Το τραγικόν έγκλημα
Ο Φώτιος εσυνήθιζε να μεταβαίνη το πρώτον δεκαπενθήμερον του Σεπτεμβρίου εις το χωρίον Βρατοβίτσαν διά να ιερουργή. Εξεκίνησε λοιπόν το πρωϊνό εκείνο του Σαββάτου, 9 Σεπτεμβρίου, ώστε να είναι εις το χωρίον την επομένην διά να τελέση τα εγκαίνια του Ναού και την Θείαν Λειτουργίαν. Η μικρά συνοδεία του αποτελείτο από τον πρωθιερέα του Ιωσήφ, τον καβάσην16 της Μητροπόλεως, έναν υπηρέτην και ένα Τούρκο ζαπτιέν17. Είχεν απευθυνθή και εις τον μουτεσαρίφην, διά να του δώση στρατιωτικήν συνοδείαν, αλλά ο τελευταίος δεν έκαμε δεκτόν το αίτημά του.
Ημίσειαν ώραν περίπου προ της αφίξεώς του εις την Βρατοβίτσαν, ηκούσθησαν αίφνης πυκνοί πυροβολισμοί που προήρχοντο από το δάσος της περιοχής. Πολυμελής συμμορία είχε στήσει ενέδρα θανάτου εις τον Φώτιον και την συνοδείαν του. Την 9ην Σεπτεμβρίου 1906 έπιπτε θύμα υπό χάλαζαν σφαιρών αγρίων εχθρών της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, έξωθι του χωρίου της επαρχίας του Βρατοβίτσα και ούτω εξέλιπεν είς εισέτι της Ορθοδοξίας και του Γένους ευθαρσής πρόμαχος.
*
Η εφημερίς Το Κράτος, με ημερομηνίαν 1η Οκτωβρίου 1906, αναφέρεται λεπτομερώς εις το συμβάν. Γράφει συγκεκριμένα υπό τον τίτλον Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΚΟΡΥΤΣΑΣ – Αι λεπτομέρειαι του απαισίου εγκλήματος – Η επιβλητική κηδεία του Σεπτού Ιεράρχου
(ειδική ανταπόκρισις):
Εκ μακράς ανταποκρίσεως σταλείσης εκ Κορυτσάς περιγραφούσης διά μακρών τα του απαισίου εγκλήματος του διαπραχθέντος κατά του σεπτού ιεράρχου και μάρτυρος της Ορθοδοξίας, παραλαμβάνομεν λεπτομερείας τινάς ίνα καταδειχθή οπόσον ανάνδρως και εκ των όπισθεν εργάζονται οι εν Μακεδονία εχθροί του Γένους ημών. Ο Σεβασμιώτατος Φώτιος, ο γλυκύς την μορφήν και τους λόγους έτι ηδύτερος, ο ιεράρχης, συνειθίζων κατά το πρώτον δεκαπενθήμερον του Σεπτεμβρίου να μεταβαίνη εις το χωρίον Μπρατοβίτσα, το οποίον κείται προς τας ανατολικάς υπωρείας του όρους Μοράβα, εξεκίνησε το Σάββατον 9 Σεπτεμβρίου, την πρωΐαν και έσπευδε να φθάση εκεί ενωρίς ίνα ή έτοιμος όπως ιερουργήση την ακόλουθον Κυριακήν.
Ο Σεβασμιώτατος συμπαρέλαβε μεθ’ εαυτού τον πιστότατον εφημέριον παπα-Ιωσήφ, τον καβάσην της Μητροπόλεως, ένα υπηρέτην και ένα ζαπτιέν. Είχε ζητήσει παρά του μουτεσαρίφου και στρατιωτικήν συνοδείαν, αλλ’ ούτος ηρνήθη, διότι, ως γνωστόν, από έτους η Τουρκική εξουσία θέλουσα να εμποδίση ή να περιορίση τας περιοδείας των Ελλήνων Αρχιερέων ανά τας επαρχίας των, ηρνείτο να δίδη εις αυτούς στρατιωτικάς φρουράς.
Αίφνης, όμως, καθ’ ην στιγμήν ο αείμνηστος ιεράρχης, ημίσειαν (ώραν) απέχων του χωρίου Μπρατοβίτσα, ευρίσκετο εν τη επικλινή κορυφή τού όρους, πυκνοί πυροβολισμοί εξήλθον εκ του μέσου των δένδρων τού όρους, ριπτόμενοι κατά του ιεράρχου και της συνοδείας αυτού.
Η μαρτυρία του αυτόπτου μάρτυρος Παπαϊωσήφ
‘Εγώ τότε’ –λέγει ο πάτερ Ιωφήφ, ο διασωθείς εφημέριος, ο συνοδεύων τον Σ.(εβασμιώτατον) Μητροπολίτην εις το ταξείδιον αυτού– ‘αντιληφθείς αμέσως ότι είχομεν εμπέσει εις δολοφονικήν ενέδραν, προσποιούμαι τον φονευθέντα και ρίπτομαι ως νεκρός δήθεν από του ίππου και εξαπλούμαι κατά γης.
Οι πυροβολισμοί εξηκολούθουν. Εις την ταραχήν δε εκείνην αισθάνομαι επί του στήθους μου μέγα τι βάρος. Ήτο ο Μητροπολίτης, ο οποίος είχε ριφθή επ’ εμού. Υπέθεσα ότι και ο Σεβασμιώτατος προσεποιήθη επίσης τον νεκρόν και σκοπίμως έπεσεν από του ίππου του.
Εις την κατάστασιν ταύτην εμείναμεν επί τινα λεπτά της ώρας, ενώ οι πυροβολισμοί εξηκολούθουν. Κατ’ ανάγκην δε εσιώπων, διότι υπεκρινόμην τον νεκρόν. Και ο Σεβασμιώτατος εσιώπα.
Με τας χείρας μου εναγκαλίζομαι από του τραχήλου την σεπτήν κεφαλήν του Αρχιερέως. Μισανοίγω τους οφθαλμούς μου και τον παρατηρώ. Αντικρύζω δε τα όμματα του Μητροπολίτου από των οποίων έρρεον τα δάκρυα. Αλλ’ ηννόησα ότι και αι χείρες μου υγραίνοντο εις τον τράχηλον του Δεσπότου. Τας ανυψώ και τας βλέπω αιμοφύρτους.
–Μπα, μπα, φωνάζω, τι έπαθες Δέσποτά μου;
–Με έφαγαν, απαντά και οι οφθαλμοί του γίνονται απλανείς, θολούνται και κλείουν διά τελευταίαν φοράν.
Και οι πυροβολισμοί εξακολουθούν εισέτι.
Οι πυροβολισμοί τέλος έπαυσαν και εν τοιαύτη καταστάσει εμείναμεν ½ ώραν περίπου, ότε πλέον επήρχετο η νυξ. Ευτυχώς ακούω μακρόθεν ενθαρρυντικάς φωνάς, παραμερίζων δε τον σεπτόν νεκρόν εγείρομαι. Βλέπω την στιγμήν εκείνην ασθμαίνοντα τον εκ Μπρατοβίτσας αγροφύλακα Τόλην.
–Τι μωρέ τρέχει; με ερωτά.
–Δεν βλέπεις, τα σκυλιά έφαγαν τον Δεσπότη μας.
Με τον αγροφύλακα εγείρομεν τον Μητροπολίτην μας. Το αίμα, ρεύσαν από του λαιμού ποταμηδόν, κατέστησε και αυτόν και εμέ αιμοφύρτους. Εν τω μεταξύ φθάνουν και χωρικοί από την Μπρατοβίτσαν. Σηκώνομεν τον νεκρόν, μεταφέρομεν αυτόν εις το χωρίον και τον καταθέτομεν εν τω ναώ.
Και ενώ ταύτα υπεφέρομεν ημείς, οι λοιποί συνοδοί μας, ο καβάσης τής Μητροπόλεως και ο υπηρέτης και ο ζαπτιές, μόλις ήκουσαν τους πυροβολισμούς έτρεξαν να φύγουν, να κρυβούν, να σώσουν τα τομάρια των.
Έφερεν ο Αρχιερεύς ένα μόνον τραύμα, αλλά φοβερόν. Η σφαίρα τον επέτυχεν εις τον αυχένα και εξήλθεν εκ του λαιμού, ανοίξασα εις τον λάρυγγα μεγάλην οπήν. Και έπεσε ούτω ανάνδρως δολοφονηθείς μία εκ των γεραιροτέρων (=πλέον αξιοσεβάστων) κεφαλών του Εκκλησιαστικού Θρόνου, ήτις εάν ωφέλησε την Εκκλησίαν τον καλόν αγωνισάμενος αγώνα, όμως ουδόλως έβλαψε εκείνους οίτινες τον εδολοφόνησαν’.
Εκ του χωρίου Μπρατοβίτσας ο παπα-Ιωσήφ απέστειλεν εις Μπίγλιτσαν, ένθα υπάρχει τηλεγραφείον, τηλεγράφημα, όπως μεταβιβασθή προς τον εν Κορυτσά Αρχιερατικόν Επίτροπον.
Το τηλεγράφημα τούτο παρεδόθη εις χείρας του μουτεσαρίφου, όστις προσεκάλεσε τον Αρχιερατικόν Επίτροπον εις τον οποίον ξηρά-ξηρά, ανεκοίνωσε τα εξής:
«Χθες την εσπέραν, έξωθεν της Μπρατοβίτσας εφόνευσαν τον Δεσπότη σας και τον μετέφερον εις την εκκλησίαν του χωρίου. Προσέξατε μη κάμετε καμμίαν οχλοταραχήν, διότι εν τοιαύτη περιπτώσει σας καθιστώ υπευθύνους»18.
Ο Αρχιερατικός Επίτροπος Παπαπέτρος έσπευσεν εις την Μητρόπολιν και προσεκάλεσεν ευθύς την αντιπροσωπείαν της Ελληνικής Κοινότητος εις την οποίαν ανεκοίνωσε το επισυμβάν δυστύχημα.
Η αντιπροσωπεία εψήφισεν όπως η πόλις πενθήση επί τριήμερον και κλείσωσι πάντα τα καταστήματα, να διαβιβασθώσι διάφορα συλλυπητήρια, να ανεγερθή το Μαυσωλείον τού Μητροπολίτου εν τω Μητροπολιτικώ ναώ, δαπάναις της κοινότητος, να κατατεθώσι διάφοροι στέφανοι και οι κώδωνες των Εκκλησιών να κρούωσι πενθίμως επί τρεις ημέρας. Απεφασίσθη δε όπως μεταβώσι εις Μπρατοβίτσαν και παραλάβωσι το λείψανον του Αρχιερέως. Υπερτριακόσιοι Έλληνες μετέβησαν ούτω και παρέλαβον το λείψανον εντός φορείου, όπερ την εσπέραν της Κυριακής έφερον εν Κορυτσά και κατέθεσαν εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν της Ζωοδόχου Πηγής.
Την επιούσαν, Δευτέραν (11/9), η πόλις επένθει. Αι κωδωνοκρουσίαι, μακρόθεν ακουόμεναι, διέχυνον ρίγος και βαθυτάτην επροξένουν συγκίνησιν εις τον μεταβαίνοντα εις την πόλιν. Εις την αίθουσαν του Μητροπολιτικού Μεγάρου ευρίσκετο η αντιπροσωπεία της κοινότητος και οι προκριτότεροι των Ελλήνων. Βαθυτάτη σιωπή και συγκίνησις εβασίλευεν.
Την στιγμήν ταύτην εισέρχεται εις την αίθουσαν ο (τότε) Μητροπολίτης Δυρραχίου κ. Προκόπιος19, όστις περιοδεύων ανά την επαρχίαν του, συνέπεσε να ευρίσκηται είς τι εκεί πλησίον χωρίον, οπόθεν μαθών την είδησιν της δολοφονίας του Φωτίου, διέκοψε την περιοδείαν του και έσπευσεν εις Κορυτσάν20.
Δεν παρέρχεται πλέον του τετάρτου της ώρας και αγγέλλεται και η άφιξις του Μητροπολίτου Καστορίας κ. Γερμανού Καραβαγγέλη21, του οποίου η επιβάλλουσα φυσιογνωμία προβάλλει εις την είσοδον της αιθούσης.
Περιπτύσσονται μετά του Αγίου Δυρραχίου και κάθηνται εις το μέσον της εκλεκτής ομηγύρεως.
Η σιγή και η συγκίνησις είχον εις το έπακρον επιταθή. Λαμβάνει τον λόγον ο Άγιος Καστορίας και ούτω δίδει αφορμήν όπως η υπερκορυφωθείσα συγκίνησις εκσπάση εις θρήνους και ολοφυρμούς. Πάντες έκλαιον, και από όλων τους οφθαλμούς εχύνοντο άφθονα δάκρυα.
–Μεταβαίνομεν εις τον Ναόν όπως ασπασθώμεν το ιερόν λείψανον, λέγει ο Άγιος Καστορίας.
Εγείρονται οι δύο Μητροπολίται, ακολουθεί ο Αρχιδιάκονος του Αγίου Καστορίας και ανεψιός αυτού κ. Ευγένιος, έπεται όλος ο εν τω Μητροπολιτικώ Μεγάρω λαός, και διευθύνονται εις τον Μητροπολιτικόν Ναόν, ένθα άπειρον πλήθος προσήρχετο όπως ασπασθή το λείψανον του Αρχιερέως.
Οι Μητροπολίται μετά λυγμών ασπάζονται τον συνάδελφόν των, και ίστανται εκατέρωθεν. Κλαίουσι, και μετ’ αυτών ολόκληρος ο λαός κλαίει.
Υπό τας συνθήκας ταύτας της εκδηλώσεως του πένθους και της λύπης υπό του Ελληνικού λαού της Κορυτσάς και υπό τας ολονυκτίους πενθίμους κωδωνοκρουσίας, εξημέρωσεν η επιούσα ημέρα Τρίτη (12/9) καθ’ ην ωρίσθη η κηδεία.
Η κηδεία τού Φωτίου
Έκτακτος επεκράτει ανά την πόλιν κίνησις παρ’ όλην την ραγδαιοτάτην βροχήν, η οποία ακαταπαύστως έπιπτεν. Ενόμιζέ τις ότι μετά των εδώ Ελλήνων και ο ουρανός επένθει. Και όντως από της στιγμής της δολοφονίας του Αρχιερεώς, ο ουρανός συνωφρυώθη.
Η πόλις, με τα κεκλεισμένα καταστήματα και με το πένθος το απεικονιζόμενον εις τας φυσιογνωμίας πάντων, παρουσίαζεν όλως πρωτοφανή και έκτακτον όψιν. Πεντακόσιοι στρατιώται είχον διατεθή διά την φρούρησιν της Μητροπόλεως και των εκκλησιών και της πόλεως.
Κόσμος άπειρος εκ της πόλεως και των περιχώρων, υπολογιζόμενος άνω των 15 χιλιάδων, είχε συγκεντρωθή εν τω Μητροπολιτικώ Ναώ και πέριξ αυτού.
Αλλεπάλληλα συλλυπητήρια τηλεγραφήματα κατέφθανον εκ μέρους των εν Μακεδονία Ελλήνων Μητροπολιτών και των Ελληνικών κοινοτήτων. Οι στέφανοι, αλλεπάλληλοι, κατετίθεντο εις το λείψανον του Αρχιερέως. Οι ιερείς κατά δεκάδας προσήρχοντο.
Τέλος την 11ην π.μ., προσελθόντων των Μητροπολιτών Καστορίας και Δυρραχίου και του Πρωτοσυγκέλλου Καστορίας, όστις εν περιοδεία ευρισκόμενος έσπευσεν εις Κορυτσάν πληροφορηθείς την απαισίαν είδησιν, ήρξατο η κηδεία.
Προηγούντο υπερτεσσαράκοντα στέφανοι Ελληνικών χρωμάτων, είποντο εν διπλή σειρά υπερεξήκοντα ιερείς και την παράταξιν έκλειον οι δύο Μητροπολίται μετά των Πρωτοσυγκέλλου και Αρχιδιακόνου Καστορίας. Όπισθεν δε εφέρετο το λείψανον του Φωτίου επί του Μητροπολιτικού Θρόνου, ον έφερον ιερείς, και ηκολούθει αναρίθμητον Ελληνικόν πλήθος εις 15 χιλιάδας υπολογιζόμενον.
Η επικήδειος τελετή εψάλη εν τω ναώ του Αγίου Γεωργίου, εν μεγίστη συγκινήσει. Ο ΄Αγιος Καστορίας απήγγειλεν απεριγράπτου ύψους επικήδειον λόγον, όστις εκίνησε τους ολοφυρμούς του πλήθους. Είνε αδύνατον εις ολίγας γραμμάς να διατυπωθή ο επικήδειος ούτος, προερχόμενος παρά του πρώτου επί φιλοπατρία και τόλμη διακρινομένου ιεράρχου της Μακεδονίας.
Μετά την επικήδειον ακολουθίαν, το σεπτόν λείψανον ετάφη έξωθεν και εν τη δεξιά πλευρά του ναού.
Η κηδεία διήρκεσεν περί τας 3 ώρας.
Αργότερον, το άθεον, κομμουνιστικόν και τυραννικόν καθεστώς του Εμβέρ Χότζα, θεωρών τον μάρτυρα Φώτιον απαίσιον εχθρόν του, όχι μονάχα εξηφάνισε τον τάφον αλλά και ισοπέδωσε τον Ναόν, ο οποίος μετετράπη εις πλατείαν. Ενόμισεν, ο απεχθής ηγετίσκος, ότι με αυτόν τον τρόπον θα ελησμονείτο το όνομα και η εθνοσωτήριος δράσις του σεπτού Ιεράρχου και ότι θα εχάνετο κάθε ίχνος της ιστορίας της Εκκλησίας της Ελλάδος από την περιοχήν της Βορείου Ηπείρου.
Η δολοφονία του Φωτίου εγένετο γνωστή εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον εξ επείγοντος τηλεγραφήματος του αρχιερατικού επιτρόπου του Μητροπολίτου Πελαγονίας, έχον ως εξής: Μετὰ βαθυτάτης λύπης ἀγγέλλω τῇ Ὑμ. Θ. Παναγιότητι τὴν δολοφονίαν τοῦ Μητροπολίτου Κορυτσᾶς Φωτίου συμβάσαν ἐν τῷ χωρίῳ Καμενίτσα, τρίωρον ἀπέχοντι τῆς Κορυτσᾶς (Ακρόπολις, 15/9/1906).
[…]
Το επόμενον έτος (16 Μαρτίου 1910) προάγεται και τοποθετείται υπό του Πατριαρχείου εις την ιστορικήν Μητρόπολιν Γρεβενών, εις αντικατάστασιν του μετατεθέντος εις Δράμαν –κατόπιν ισχυρών πιέσεων της Υψηλής Πύλης– Μητροπολίτου Αγαθαγγέλου (κατά κόσμον Στυλιανός Κωνσταντινίδης ή Μάγνης / 1864-1935). Έφθασεν εις την πόλιν αρχάς Ιουνίου. Ο χριστιανικός πληθυσμός τον υπεδέχθη σύσσωμος με πρωτοφανείς πανηγυρικάς εκδηλώσεις. Εκεί συνεχίζει με ζήλον φλογερόν την δράσιν του. Χωρίς να καμφθή από τας απειλάς –τας οποίας ήρχισε να δέχεται από τας πρώτας κιόλας ημέρας της ποιμαντορίας του εκεί– βρήκε το θάρρος να καταγγείλη την βίαν, τους ξυλοδαρμούς και τα πάσης φύσεως βασανιστήρια τα οποία υφίστατο το ποίμνιόν του από Βουλγάρους, Τούρκους και ρουμανίζοντας. Έφθασεν εις το σημείον να επισκεφθή –με τον Αρχιερατικόν του Επίτροπον– τον φοβερόν καϊμακάμην Μπεκήρ Αγάν, διά να τον συνετίση. Περιόδευε συνεχώς ανά τα χωριά της επαρχίας του τονώνοντας την εθνικήν των κατοίκων συνείδησιν και εφρόντιζε πάντοτε ώστε τα σχολεία να έχουν επαρκές διδακτικόν προσωπικόν και βιβλία. Δι’ όλας αυτάς τας ενεργείας του εθεωρήθη υπό των Νεοτούρκων, των Βουλγάρων και των Ρουμάνων ως είς εκ των σπουδαιοτέρων στυλοβατών του μακεδονικού Ελληνισμού, ο πλέον επικίνδυνος εκ των αντιπάλων των και διά τούτο απεφάσισαν να τον θέσουν οριστικώς εκποδών5. Η βασικωτέρα κατηγορία ήτο ότι υπεδαύλιζεν επανάστασιν κατά του Οθωμανικού κράτους.
Το Σάββατον 1η Οκτωβρίου 1911, αφού προηγουμένως ελειτούργησεν εις το χωρίον Σνίχοβον (σήμ. Δεσπότης), και ετακτοποίησεν υποθέσεις της Μητροπόλεώς του, ανεχώρησεν εν συνεχεία διά τους Γκριντάδες (σημ. Αιμιλιανός), μαζί με την μικράν του συνοδείαν, όπου θα ελειτούργει την επομένην. Κατά την διαδρομήν, όμως, εις μίαν χαράδραν, πλησίον της θέσεως Γκουλέματα, συμμορία Τουρκορρωμούνων εκτελεστών είχε στήσει δολοφονικήν ενέδραν. Τον συνέλαβε, τον βασάνισεν αγρίως και ακολούθως τον κατεκρεούργησεν κατά τον πλέον φρικώδη τρόπον. Του εξώρυξαν τον ένα οφθαλμόν διά λόγχης και του κατέκοψαν τας χείρας. Το σώμα του έφερε πολλαπλά τραύματα, τα δε άμφιά του ήσαν καταξεσχισμένα. Ήτο μόλις 34 ετών. Εκ των συνοδών του ο μεν διάκονος Δημήτριος Γεωργιάδης –προς τιμήν του οποίου το παρακείμενον χωρίον Λιμπίνοβο φέρει σήμερον το όνομα Διάκος– ευρέθη με το ήμισυ του κρανίου, άνευ δε εγκεφάλου και γενειάδος, ο δε Έλλην συνοδός-αγωγιάτης Αθανάσιος Φασούλας εδολοφονήθη και αυτός διά να μην αποκαλύψη τους ενόχους.
Όταν οι κάτοικοι του χωρίου Γκριντάδες που τον ανέμενον –διότι είχαν ειδοποιηθή διά την εκεί επίσκεψίν του– είδαν πως δεν έφθασε στον προορισμόν του την καθωρισμένην ώραν, εσκέφθησαν ότι κάτι κακό θα του συνέβη και ειδοποίησαν τας τοπικάς Αρχάς και τα μέλη της Δημογεροντίας της ελληνικής κοινότητος Γρεβενών.
Την εξαφάνισιν των τριών μαρτύρων εξέφρασεν δημοσίως –ήδη από την 3ην Οκτωβρίου– η Δημογεροντία της πόλεως, η οποία επίεσεν τας Αρχάς να προχωρήσουν αμέσως εις έρευναν. Μετά από αδικαιολόγητον καθυστέρησιν, αι Αρχαί –αι οποίαι προφανώς εγνώριζον τι είχε συμβή– έστειλαν απόσπασμα χωροφυλακής προς αναζήτησίν του. Εκ παραλλήλου η Δημογεροντία έλαβε την άδεια να μεριμνήση και αυτή διά την ανεύρεσιν του Δεσπότου.
[…]
Κείμενα τα οποία εγράφησαν διά τον Μελενίκου Κωνσταντίνον
Μαρτύρια και ηρώων αίμα
Ο Ιεράρχης Μελενίκου Κωνσταντίνος Ασημιάδης
που εβασανίσθη και κατεκρεουργήθη αγρίως
Νοερά μνημόσυνα σε λησμονημένους μάρτυρας κληρικούς
Υπό του Βασ. Ηλιάδου
Εδημοσιεύθη εις το περ. Ο Εφημέριος, έτ. Η΄ (1959), σσ. 726-729
(απόσπασμα)
[…] Αλλ’ η πλέον τραγική σελίς έχει γραφή με την αγρία σφαγή των κατοίκων Σιδηροκάστρου και το πολύκλαυστον μαρτύριον του μητροπολίτου Μελενίκου Κωνσταντίνου Ασημιάδη. Ίσως σε ολίγους να είναι γνωστόν το μαρτύριον του ιεράρχου αυτού. Αξίζει, συνεπώς, να το εκθέσωμε καθώς το εξιστορεί και σε ένα περισπούδαστον έργον περί του Μελενίκου ο καθηγητής Απόστολος Γκισδαβίδης:
Ο ιεράρχης συνωμίλησε με κάποιον φίλον του, τον Παπαχαριζάνον, όταν επλησίασαν εις την πόρτα του σπιτιού του είκοσι βούλγαροι που χτυπούσαν με λύσσα την πόρτα φωνάζοντας:
–Ανοίξτε γιατί θα σπάσουμε την πόρτα.
Ο Παπαχαριζάνος έσκυψε από το παράθυρο και τους ηρώτησε βουλγαριστί τι θέλουν. Αυτοί είπαν ότι πρέπει να μπουν να κάνουν έρευνα γιατί κρύπτονται εκεί έγγραφα μυστικά και όπλα.
Κάτωχρος ο ιεράρχης εβγήκε στο παράθυρο και τους εβεβαίωσε ότι δεν υπάρχουν έγγραφα, μήτε άλλο επιλήψιμο ή ύποπτο, παρετήρησε δε εις αυτούς ότι είναι εντροπή να φέρωνται κατά τον τρόπον αυτόν. Με τα λόγια του αρχιερέως εξεμάνησαν περισσότερο και ήρχισαν να χτυπούν περισσότερο την πόρτα και να υβρίζουν κτηνωδώς.
Η πόρτα υπέκυψεν εις την βουλγαρικήν αγριότητα. Εμπήκαν μέσα οι βούλγαροι, έκαμαν έρευναν σωματικήν, αναποδογύρισαν ντουλάπια, τραπέζια, καρέκλες, εξέσχισαν διάφορες φωτογραφίες και η μανία τους κατέστρεψε τα πάντα. Εφείσθησαν απλώς την αδελφή του ιεράρχη, Ζαφείρω, και την γρηά μητέρα του. Με χυδαιότατες ύβρεις διέταξαν τον μητροπολίτη και τον Παπαχαριζάνο να τους ακολουθήσουν προς τον σταθμό γιατί θέλει να τους δη ο διοικητής. Ήταν μια πρόφασις αυτό. Ωδηγήθηκαν προς τον τόπον της εκτελέσεως. Με λακτίσματα και με λογχισμούς, ο ιεράρχης εβάδιζε προς τον τόπον του μαρτυρίου. Η εκτέλεσίς του έγινε κοντά στον χείμαρρο, όπου υπήρχε λάκκος καιομένης ασβέστου. Οι στρατιώτες δεν άφησαν ατρύπητο μέρος του σώματός του. Αφού τον έφεραν προς τον λάκκον του έβγαλαν τα ρούχα. Έπειτα διέταξαν τον Παπαχαριζάνο να καθήση οκλαδόν αντίκρυ στον μητροπολίτη.
Καταματωμένος και με πρόσωπο παραμορφωμένο εδέησε να υπακούση ο φίλος του ιεράρχη. Οι δήμιοι ήθελαν να βλέπη ο ένας τους λογχισμούς του άλλου. Αλλά πριν εκπνεύση από το μαρτύριό του ο ιεράρχης, ο Παπαχαριζάνος ευρέθηκε νεκρός, ίσως από εγκεφαλική αιμορραγία, ίσως και εκ φόβου.
Δεν εκόρεσαν όμως οι βούλγαροι το πάθος των. Ετεμάχισαν τα πτώματα των δύο θυμάτων των, εξώρυξαν τα μάτια τους και τα έρριξαν στον λάκκο της καιομένης ασβέστου.
Έτσι απέθανε ο μητροπολίτης Μελενίκου Κωνσταντίνος, ο οποίος εμαρτύρησε χωρίς να αξιωθή να αντικρύση τους έλληνας στρατιώτας ελευθέρους και να ζήση την χαράν της ελευθερίας διά την οποίαν εργάσθηκε.
Και με την ευκαιρία της επετείου της απελευθερώσεως της Μακεδονίας τελούμε νοερό μνημόσυνο εις μνήμην Ενός αρχιερέως, του μητροπολίτου Μελενίκου Κωνσταντίνου Ασημιάδη, που μαζί με άλλους κληρικούς στάθηκε ο θαρραλέος ποιμενάρχης που εθυσίασε την ζωήν του υπέρ του ποιμνίου του.