[…] Ο Νικηφόρος σκούπισε τα γυαλάκια του και επιτάχυνε το βήμα του. Επέστρεφε από το σπίτι ενός μαθητή του. Ως αδιόριστος φιλόλογος, προσπαθούσε να βγάλει τα προς το ζην κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά του γυμνασίου και του λυκείου.
Έβρεχε, και χωρίς ομπρέλα, άρχισε να περπατάει κάτω από τα σκέπαστρα των καταστημάτων και τα μπαλκόνια των σπιτιών, για να προστατευτεί από τη βροχή. Είχε σχεδόν μουσκέψει, όταν έφτασε στην πολυκατοικία που έμενε. Τινάχτηκε στην είσοδο, πριν μπει στο ασανσέρ, για να ανέβει στο μίζερο, μικρό διαμερισματάκι που ζούσε.
Στον πάγκο, αριστερά του ασανσέρ, υπήρχαν γράμματα και λογαριασμοί των ενοίκων. Το μάτι του έπεσε σε έναν μεγάλο άσπρο φάκελο, που είχε το όνομά του. Τον πήρε στο χέρι του και σουφρώνοντας τα φρύδια τον άνοιξε, ενώ έμπαινε στο ασανσέρ. Η έκπληξή του ήταν τεράστια, όταν είδε ότι μέσα ήταν μια πρόσκληση σε δείπνο από μια μεγάλης ηλικίας κυρία, την οποία είχε γνωρίσει μέσω Facebook και δεν είχε συναντήσει ποτέ. Μίλαγαν για μήνες σχεδόν καθημερινά και είχαν γίνει φίλοι. Η κυρία Λέλα πολλές φορές τον συμβούλευε στη δομή των ποιημάτων, που κάπου-κάπου αυτός αναρτούσε. Αυτός άλλωστε ήταν και ο απώτερος σκοπός του: να τα διορθώνει και να εκδώσει μία ποιητική συλλογή!
Ήταν μια περίεργη πρόσκληση. Έλεγε ότι θα έπρεπε να ντυθεί με ρούχα της δεκαετίας τού ’60 και ότι θα λάμβανε μέρος και σε ένα παιχνίδι με τίτλο: «Βρες τον δολοφόνο». Στις οδηγίες που εσωκλείονταν, ήταν και το όνομα, με το οποίο θα συστηνόταν και η προσωπικότητα που θα παρίστανε. Άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματός του νιώθοντας ένα περίεργο φούντωμα, ενώ ταυτόχρονα ένας κρύος ιδρώτας άρχισε να κυλάει στη ραχοκοκαλιά του. Δεν την είχε γνωρίσει από κοντά την κυρία Λέλα, ούτε είχε μάθει να πηγαίνει σε τέτοιου είδους δείπνα. Δεν είχε ακόμη ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του, όταν άκουσε τον γνωστό ήχο, που έκανε ο υπολογιστής του σε κάθε καινούρια ανάρτηση. Άνοιξε και είδε την ανάρτηση της κυρίας Λέλας: Σε περιμένω οπωσδήποτε! […]
[…] Η Κατερίνα είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ποιος μπορεί να είναι ο Δρακόπουλος από τη στιγμή που η κυρία Μπάρρετ έπεσε λιπόθυμη. Για μια στιγμή χλομιάζει, αλλά συνέρχεται γρήγορα. Σκέφτεται ότι ίσως να είναι συνωνυμία. Δεν είναι όμως απολύτως σίγουρη και περιμένει να τελειώσει η κυρία Λέλα με τις τελευταίες συστάσεις.
Ο δάσκαλος της γιόγκα δεν έδειξε να αναγνωρίζει τον Δρακόπουλο εν πρώτοις. Αλλά μετά από λίγο, αφού άκουσε το όνομά του, βάζοντας τα πράγματα στη σειρά, άρχισε να νιώθει κάπως παράξενα. Δεν ήταν σίγουρος αν ήταν αυτός που νόμιζε ότι είναι και αν ναι, ίσως και εκείνος να τον θυμήθηκε. Αυτός ήταν τότε ένας νεαρός εικοσιπέντε χρονών, λεπτός, ξυρισμένος, με πολλά μαλλιά. Τώρα, τριάντα χρόνια αργότερα, έχει λίγα μαλλιά, πολλά γένια και τη σιγουριά του μεσήλικα. Νιώθει περίεργα συναισθήματα ο Σουριαρούπα. Διερωτάται αν όντως είναι αυτός, ο Δρακόπουλος ο δικηγόρος, στου οποίου το γραφείο έμεινε για λίγο ως ασκούμενος δικηγόρος και που ήταν και η αρχή της ταλαιπωρίας του ή μήπως είναι μια περίεργη σύμπτωση.
Όσο για την ηθοποιό, αυτή βέβαια είχε γνωρίσει τον Δρακόπουλο από την πρώτη στιγμή που τον είδε μπαίνοντας στο σπίτι, παρόλο που η εικόνα αυτού του ευτραφούς γέρου με τη μεγάλη καράφλα και τα λιγοστά άσπρα μαλλιά δεν θύμιζε καθόλου τον νεαρό δικηγορίσκο που της είχε χαλάσει τα νιάτα. Στο πρόσωπό του υπήρχε το χαρακτηριστικό σημάδι, κάτι στο δεξί του μάγουλο. Η ματιά του και ο τρόπος που μίλαγε, ήταν ίδιος. Είχε ταραχτεί, αλλά σαν καλή ηθοποιός που ήταν, δεν έδειξε τα συναισθήματά της. Αδιαφόρησε τελείως και δεν έδωσε καμία γνωριμία. Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι μπορεί να είχαν κάποιο κοινό παρελθόν. Ούτε και ο ίδιος ο Δρακόπουλος. Αυτός είχε γνωρίσει και είχε κάνει για λίγο χρονικό διάστημα δεσμό, πενήντα χρόνια πριν, στα τριάντα του, μια μελαχρινή δεκαοχτάχρονη ανερχόμενη ηθοποιό, που τότε την έλεγαν Τίνα Μπέλα. Αυτή εδώ ήταν μια όμορφη ομολογουμένως κυρία, που έμοιαζε εξηντάρα με κατάξανθα μαλλιά, λεγόταν Μάρω Γκίκα και είχε ένα αδιάφορο και κρύο βλέμμα, πίσω από ένα ζευγάρι μυωπικά γυαλιά. Κι έδειχνε να μη γνωρίζει κανέναν από αυτό το περίεργο γκρουπ ανθρώπων. […]