Ο Γάμος Του Μαλώνη ΑντιφάτουΣυγγραφέας: Μουσαίος Μιχαήλ

Ο Γάμος Του Μαλώνη Αντιφάτου

Ο Γάμος Του Μαλώνη ΑντιφάτουΣυγγραφέας: Μουσαίος Μιχαήλ

12,00€

Το θεατρικό έργο του Μιχ. Μουσαίου «Ο Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου», είναι γραμμένο στη ΜακρηνοΛιβισιανή διάλεκτο, το γλωσσικό ιδίωμα, όπως το μιλούσαν στη Μάκρη και στο Λιβίσι το 1823. Πρόκειται για την εποχή που αποτελεί ιστορικά την αρχή εξελίξεων και ανθοφορίας πνευματικής, πολιτιστικής και οικονομικής των δύο Κοινοτήτων της Μικράς Ασίας, μιας ραγδαίας εξέλιξης προς το καλύτερο, της οποίας ο ίδιος υπήρξε πρωτεργάτης, οδηγός και εμπνευστής. Ο σκοπός που γράφτηκε το έργο είναι διπλός: να δείξει τη φθορά που είχε υποστεί η γλώσσα που μιλούσαν οι σκλαβωμένοι Έλληνες, οι ραγιάδες, μετά από τόσους αιώνες σκλαβιάς, ώστε να τη διορθώσει, και να καταδείξει τα «βάρβαρα», όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, ήθη και έθιμα, ιδιαίτερα τα σχετικά με τον γάμο, τη θέση της γυναίκας και την προίκα, και μέσα από αυτά τα δρώμενα και τις σχέσεις που δημιουργούνται, να δείξει την αμάθεια του κλήρου, την τυραννία που ασκούσαν οι κοτσαμπάσηδες και ο κλήρος στον λαό, όπως και την τυραννία και την αυθαιρεσία της τούρκικης εξουσίας, καθώς επίσης και τη φτώχια και τον διαρκή φόβο, μέσα στον οποίο ζούσαν οι ραγιάδες, μπλεγμένοι στα δίχτυα αυτής της διπλής τυραννίας.

Η απόδοση του έργου στη νεοελληνική σκοπό έχει να το καταστήσει γνωστό στο πλατύ κοινό με απώτερο σκοπό να δει το φως της σκηνής.

 

ISBN: 978-960-597-290-5
Έτος έκδοσης: Αθήνα 2021
Διαστάσεις: 14 x 20.5
Σελίδες: 236
Λεξιλόγιο:
Παράρτημα:

Μέρος Α΄: Απόδοση στη Νεοελληνική

Εισαγωγικό σημείωμα Μιχάλη Π. Δελησάββα

Ο Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου (Σκηνές α΄-στ΄): Απόδοση στη Νεοελληνική Μ. Δελησάββα

Ο Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου (Σκηνή ζ΄): Προσθήκη Μ. Δελησάββα

Μέρος Β΄: Πρωτότυπο κείμενο (1889)

Εισαγωγή στην 1η δημοσίευση του έργου στο δελτίο του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (1984-1985), Βάλτερ Πούχνερ

Πρόλογος: Επιστολή προς το Προεδρείον του Συλλόγου «Κοραής», Μιχαήλ Μουσαίου

Ο Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου (Σκηνές α΄-στ΄): Κείμενο γραμμένο στο γλωσσικό ιδίωμα του Λιβισιού

Σημειώσεις ερμηνευτικαί εἰς τόν Γάμον τοῦ Ἀντιφάτου

Εισαγωγή 1ης δημοσίευσης στην Αγγλική, Βάλτερ Πούχνερ

Παράρτημα

Προικοσύμφωνο από το Λιβίσι (1813)

Βιογραφία Μιχαήλ Μουσαίου

Ψήφισμα μαθητών Μιχ. Μουσαίου (1887)

Βιογραφικό Μιχάλη Δελησάββα

 

 

Εισαγωγικό σημείωμα

Η απόδοση στην κοινή νεοελληνική μας γλώσσα του έργου του Μιχ. Μουσαίου «Ο Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου[1]», έχει σκοπό αυτό το πολύτιμο έργο να γίνει γνωστό, όχι μονάχα στους πατριώτες Μικρασιάτες, αλλά και στους ενδιαφερομένους και στο πλατύ κοινό, ώστε να λάβει τη θέση του στη νεοελληνική μας λογοτεχνία, και βέβαια με απώτερο σκοπό να δει το φως της σκηνής. Το έργο, όπως είναι γνωστό, είναι γραμμένο το 1889 στη ΜακρηνοΛιβισιανή διάλεκτο, το γλωσσικό Ιδίωμα, όπως το μιλούσαν στη Μάκρη και στο Λιβίσι το 1823. Αυτή τη χρονιά επιλέγει ο μεγάλος Δάσκαλος για να τοποθετήσει αυτό το δρώμενο, που είναι ιστορικά η αρχή εξελίξεων και ανθοφορίας πνευματικής, πολιτιστικής και οικονομικής, για τη Μάκρη και το Λιβίσι, τις δίδυμες Κοινότητες της Μικράς Ασίας, για μια ραγδαία εξέλιξη προς το καλύτερο, της οποίας ο ίδιος υπήρξε πρωτεργάτης, οδηγός και εμπνευστής. Ο σκοπός που γράφτηκε αυτός ο διάλογος, αυτό το έργο, «Ο Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου», είναι διπλός: για να δείξει τη φθορά που είχε υποστεί η γλώσσα που μιλούσαν οι σκλαβωμένοι Έλληνες, οι ραγιάδες, μετά από τόσους αιώνες σκλαβιάς, ώστε να τη διορθώσει, και δεύτερο, να καταδείξει τα «βάρβαρα», όπως τα χαρακτηρίζει ο ίδιος, ήθη και έθιμα, ιδιαίτερα τα σχετικά με το γάμο, τη θέση της γυναίκας και την προίκα. Και μέσα από αυτά τα δρώμενα και τις σχέσεις που δημιουργούνται, να δείξει τη φοβερή αμάθεια του κλήρου, την τυραννία που ασκούσαν οι κοτσαμπάσηδες και ο κλήρος, στο λαό, όπως και την τυραννία και την αυθαιρεσία εξ ίσου της τούρκικης εξουσίας, καθώς επίσης τη φτώχια και το διαρκή φόβο, μέσα στον οποίο ζούσαν οι ραγιάδες, μπλεγμένοι στα δίχτυα αυτής της διπλής τυραννίας.

«Ο Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου» ως έργο, είναι ένας θεατρικός διάλογος, που χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον συγγραφέα του, είτε ως διάλογος, περισσότερο όμως ως κωμωδία. Ο Καθηγητής Βάλτερ Πούχνερ, που προλογίζει την δημοσίευση του έργου στο Δελτίο Μικρασιατικών Σπουδών τόμος 5ος 1984-1985, το εκτιμά, ως «δείγμα δραματικής δημιουργίας», που «έστω κι αν δεν φαίνεται να προορίζεται για θεατρική παράσταση», διαθέτει όμως πολλές θεατρικές αρετές, όπως: «περιόδους ζωντανού διαλόγου, κωμικές καταστάσεις, φανερές υποκρισίες, συγκρούσεις ιδεών και συμφερόντων», ενώ σε πολλά σημεία το έργο παίρνει «αριστοφανικές διαστάσεις». Κατόπιν των ανωτέρω, η δική μας εμπλοκή συνίσταται στην προσπάθειά μας να αποδώσουμε αυτό το μνημειώδες κείμενο στην κοινή μας γλώσσα, την ομιλουμένη, όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά, χωρίς να προδώσουμε τη γλαφυρότητα και τη δύναμη, που ενυπάρχουν στις εκφράσεις και στους διαλόγους του, που τους διαπερνάει ένα οξύ και εν εγρηγόρσει πνεύμα, από άκρου εις άκρον. Πιστή, επί λέξει, μετάφραση του κειμένου, από μέρους μας, δεν ήταν δυνατή, για πολλούς λόγους. Ο κυριότερος λόγος είναι γιατί στο κείμενο υπάρχουν τόσες τούρκικες φράσεις, ρητά, παροιμίες κ.λπ. όπως και μεγάλος αριθμός από εξελληνισμένες τούρκικες λέξεις, για τη μετάφραση των οποίων θα έπρεπε ο μεταφραστής να είναι γνώστης της τουρκικής γλώσσας και μάλιστα εκείνου του καιρού. Το έργο με τις 6 «Σκηνές» του, όπως είναι γραμμένο από τον συγγραφέα, είναι ολοκληρωμένο και πλήρες, με ολοφάνερες τις προθέσεις και τους στόχους του. Με την τελευταία μάλιστα εικόνα της 6ης και τελικής σκηνής, σπαρακτική θα έλεγα, σαν κορωνίδα, ο «Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου», θα μπορούσε να τελειώσει εκεί, και μάλιστα με ένα τρόπο πολύ τρυφερό, για τη βασανισμένη μάνα-γυναίκα της εποχής. Όμως, με γνώμονα μια μέλλουσα από σκηνής θεατρική παρουσίαση του έργου, και χωρίς καμιά άλλη παρέμβαση, αν και νομίζουμε ότι κάποια μέρη ή τμήματα του έργου θα πρέπει να περιοριστούν, όχι για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο για σκηνική οικονομία και για τον φόβο κόπωσης των θεατών, προσθέσαμε μια 7η «Σκηνή» μετά το «Τέλος της Πρώτης Πράξεως», όπως διαβάζουμε το έργο στον 5ο τόμο του Δελτίου Μικρασιατικών Σπουδών, από όπου το μεταφράσαμε. Διευκρινίζεται εδώ και με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, ότι η 7η αυτή «Σκηνή» προστέθηκε και μόνο με την προοπτική να παρασταθεί το έργο σε θεατρική παράσταση. Και ότι είμαστε της άποψης ότι ο «Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου» θα πρέπει να μείνει απολύτως ως έχει, κατά το νόημα και τους στόχους του, και προπαντός τη δύναμη της έμπνευσής του. Η 7η αυτή «Σκηνή» της δικής μας προσθήκης, αν και δίνει μια άλλη κατεύθυνση και λύση στο έργο, δεν το προδίδει. Γιατί καταρχήν είναι μια πιθανή εξέλιξή του, όταν 5-6 μήνες μετά το «Προξενιό» και τη «Μνηστεία», με τελική κατάληξη το «Γάμο» των μνηστευμένων, έτσι, και με αυτό τον τρόπο θα ολοκληρωνόταν, σύμφωνα με την γενική άποψη κατά την οποία στις λαϊκές κωμωδίες και στα θεατρικά δρώμενα, όπως θέλουμε να είναι και ο «Γάμος του Μαλώνη Αντιφάτου», θα πρέπει να «κλείνουν» και να τελειώνουν, με ένα γλέντι. Η προσθήκη αυτή, η 7η αυτή «Σκηνή», επιλέχθηκε να έχει μορφή «παραδοσιακή», «λαογραφική». Ουσιαστικά είναι μια αναπαράσταση και περιγραφή μιας «Μαντινάδας», της νυχτερινής πατινάδας ή περαντζάδας των γλεντζέδων, πολύ συνηθισμένης στο Λιβίσι την εποχή του δρώμενου, όπου οι τραγουδιστάδες με τα τραγούδια και τα δαδιά αναμμένα, περνούν τραγουδώντας στα καλντερίμια του Λιβισιού. Η εικόνα έχει μάλιστα και μια πικρή και νοσταλγική νότα, όταν ο νεαρός Μαλώνης, ο γιος του Αντιφάτου, αποχαιρετάει την αρραβωνιαστικιά του, το Χρουσαφινίν, γιατί την άλλη εβδομάδα θα φύγει με τους φίλους, για 5-6 μήνες, «τ’ αλάργου», στα τουρκοχώρια, για δουλειές. Η προσθήκη αυτή, η μόνη άλλωστε στο έργο, πιστεύουμε ότι δεν αλλάζει το νόημα του έργου, που είναι καταγγελτικό και διδακτικό, με κύριο πρόσωπο τον ιερομόναχο Προκόπιο, που ασφαλώς απηχεί τις απόψεις του συγγραφέα, αλλά το ελαφρώνει και του δίνει μια ευχάριστη ανάσα.

Η περιπέτεια της γραφής, της δημοσίευσης, αλλά προπαντός της αποτίμησης ως λογοτεχνικού είδους, του «Γάμου του Μαλώνη Αντιφάτου» περιλαμβάνονται στην «Εισαγωγή» που έγραψε ο Καθηγητής Βάλτερ Πούχνερ στην πρώτη δημοσίευση του έργου, στον 5ο τόμο του ΔΜΣ, 1985 (σελ. 275-352). Κατατοπιστι­κότατος επίσης είναι ο «Πρόλογος» του Μιχ. Μουσαίου, η επιστολή δηλ. που έστειλε ο ίδιος στον σύλλογο «Κοραής» στην Αθήνα, τον Φεβρουάριο του 1891, υποβάλλοντας στο διαγωνισμό το έργο του. Και τα δυο αυτά κείμενα περιλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση μαζί με την ανατύπωση της πρώτης δημοσίευσης του έργου στο ΔΜΣ.

Ο Μιχαήλ Μουσαίος, 5 χρόνια μετά την αποστολή του έργου του στον «Κοραή» πέθανε στο αγαπημένο του Λιβίσι, το 1896, με ένα θάνατο «σωκρατικό», όπως τον χαρακτηρίζει ο Κων/νος Λαμέρας στο έργο του «Μάκρη και Λυβήσι» (έκδοση 1964), σεβαστός και αγαπημένος από όλους τους πατριώτες του.

Αναγνωρίζουμε ότι το παρόν εγχείρημά μας είχε μεγάλες δυσκολίες και κινδύνους. Προσπαθήσαμε, όσο μπορέσαμε, να αποδώσουμε τον αστραφτερό ιδιωματικό Λόγο του μεγάλου Δασκάλου, που μοιάζει πότε με δίκοπο σπαθί, πότε με κραυγή αγωνίας, για τη γλώσσα και την ελληνικότητα των πατριωτών μας, με τον σεβασμό, την αγάπη και την ευλάβεια που του άξιζαν. Το κάναμε με όλες μας τις δυνάμεις, έχοντας μπροστά μας την εικόνα, την προσφορά και την αξία του μεγάλου Δασκάλου, και εις μνημόσυνον όλων εκείνων που έφυγαν, και που υπήρξαν οι πρόγονοί μας…

Περαίνοντας θέλω να εκφράσω ιδιαίτερες ευχαριστίες στον αγαπητό μου Βασίλη Μουσαίο, δισέγγονο του Μιχαήλ, που μου εμπιστεύτηκε να «μεταφράσω» στην κοινή ομιλουμένη μας σήμερα γλώσσα, και να χειριστώ αυτό το πολύτιμο σε γλωσσολογική, παραδοσιακή και ιστορία έργο του προπάππου του. Και επίσης να ευχαριστήσω από τη θέση αυτή, τον καλό και πολύτιμο φίλο του πολιτισμού της πατρίδας μας, τον Αλέκο Κομπότη, για τη μετάφραση τόσων τούρκικων και εξελληνισμένων τούρκικων λέξεων και φράσεων του κειμένου. Πατριωτικούς χαιρετισμούς και ευχαριστίες επίσης απευθύνω, στη φιλόλογο συμπατριώτισσά μας, Εύα Αχλάδη, για τον ίδιο λόγο.

Μιχ. Π. Δελησάββας

Χαλάνδρι 15/5/2021

 

 

[1] Το όνομα Αντιφάτης είναι δηλωτικό της κατοικίας της οικογένειας, πρόκειται για συνοικία του Λιβισιού Μικράς Ασίας όπου διέμεναν κυρίως οικογένειες χαμηλού εισοδηματικού επιπέδου.

 

The drama The marriage of Malonis Antifatis (more exactly
the first act of the theatrical work), is the only
example of theatrical art from the region of Lycia (Livisi)
on the southeast Aegean coast of Asia Minor. It is
written in the local Greek dialect; its author is Michail
I. Mousaios (1829-1896), one of the outstanding local
scholars of the 19th century in that area, who is a characteristic
representative of the «delayed enlightenment»
of the Greek orthodox population of Asia Minor. His
primary motive in the composition of the play was his
belief that the purity of the spoken language offered unmistakable
evidence of purity of the cultural origins. So
the goal of one of his works, Battarismoi, a vocabulary of
the Greek dialect of the region in the form of a lexicon,
is firstly to describe the alienation and decadence of the
spoken language in his homeland, and secondly to «improve» it,
that is to purify the Greek and to eliminate the
Turkish words which were in common use.

The same goal is served by the theatrical work The
marriage of Malonis Antifatis which plays in 1823, two
years after the outbreak of the Greek revolution, and
reenacts all the phases and activities of a traditional
engagement as well as the negotiations preparing the mar-
riage. But the author’s interest is not a folkloristic one.
It is, as he explains in the introduction, first a linguistic
one, and secondly it aims at the cultural enlightenment
of his compatriots. His intention is to give them an initial
stimulus to purify their language and habits. The drama
is characterised by an anticlerical attitude: the Orthodox
priests and the great landowners (Kocabasi) try to stop
any attempt at enlightenment and progress and they
are responsible for the «Asiatic» decadence of the community.
The Turkish words, sentences and proverbs in
the text have not only the function of giving a sense of
couleur locale, but they show expressively the decadence
of language, culture and institutions. These are the ideological
highlights of the drama, which the main figure,
Prokopios, puts foreward in extended soliloquies.

The drama was not written to be played on the stage.
But it does not lack theatrical qualities: the dialogue
between the father and mother of Malonis Antifatis is
quick and vivid with stimulating turns, giving an interesting
insight into folk mentality and strategies of
match-making. But when Prokopios enters the stage,
the style becomes more didactic, in a manner of giving
lessons at school. Prokopios, who often addresses
the public directly, uses the Greek «katharevousa», the
purified language of scholars and literateurs in the 19th
century. He, as «hieromonachos», is the idealised model
of correcting language and manners as Mousaios puts it.
This unique drama from the Lycian province is an
important cultural document of Asia Minor both for its
content –language, habits and manners, customs, mental
structures, ways of life– and for what it symbolizes
the effort at enlightenment in the second half of the
19th century (when enlightenment in Greece was «demode
» for some decades). The play is a didactic mani-
festo against uncultivated conservatism, ignorance, and
provincial backwardness, as these things are institutionalised
in the class of priests and landowners. The Marriage
of Antifatis is an important literary and ideological
document in the history of Greek literature and, last but
not least, a theatrical monument from an area without
theatrical tradition.

WALTER PUCHNER

Ό,τι πολιτιστικό έργο έγινε στο Λιβίσι του 19ου αιώνα οφείλεται στην προσπάθεια, στην παρότρυνση, στην αδάμαστη θέληση και επιμονή του Μιχαήλ Μουσαίου.

Γιος του φτωχού Γιάννη Κωνσταντίνου Καραγιάννη, ο Μουσαίος έμαθε τα πρώτα γράμματα από καλογήρους. Ο πατέρας του, πουλώντας το γάιδαρο του και με μικρή βοήθεια Αλεξανδρινού καλογήρου, τον έστειλε στη Ρόδο για σπουδές. Πριν ο χρόνος περάσει πεθαίνει ο πατέρας του και ο Μουσαίος επιστρέφει στο Λιβίσι. Ο Μητροπολίτης Πισιδίας τον παίρνει γραμματέα του για τις περιοδείες του. Ο Μουσαίος μελετά συστηματικά, εντατικά και ακούραστα. Αγοράζει με το υστέρημα του, από μία χήρα γιατρού, μια πλούσια βιβλιοθήκη και η μελέτη γίνεται βίωμα και σκοπός ζωής. Παράλληλα μαθαίνει βυζαντινή μουσική και τουρκική γραφή. Πέρασαν τρία χρόνια. Ο Μητροπολίτης τον παρακαλεί να πάει δάσκαλος στο Λιβίσι.

Επιστρέφει στην πατρίδα του και διδάσκει στο σχολείο. Στην Εκκλησία ψάλλει και εξηγεί τον Απόστολο, αναπτύσσει το Ευαγγέλιο. Στο καφενείο ψέγει και καυτηριάζει τις κακές πράξεις. Ο ίδιος, ακέραιος χαρακτήρας, αγνός, αψεγάδιαστος, ουδέποτε ψεύδεται, πάντα δίκαια κρίνει. Οδηγεί και συμβουλεύει. Όλοι σ’ αυτόν καταφεύγουν. Προτιμά την πικρή αλήθεια από την ψεύτικη κολακεία. Οι κοτζαμπάσηδες ενοχλούνται και ζητούν από το Δεσπότη να φύγει ο Μουσαίος. Ο Δεσπότης ξέρει ποιος είναι ο Μουσαίος και ξέρει καλά τα έργα των άλλων. Καλεί γενική συνέλευση. Κανείς Λιβισιανός δε λείπει από τη σύναξη. Η σεβάσμια μορφή του Δεσπότη μέσα σε απόλυτη σιγή εξηγεί στο πλήθος το αίτημα των κοτζαμπάσηδων, και λέει: «Όσοι θέλουν να φύγει ο Δάσκαλος, να μείνουν όρθιοι κι όσοι θέλουν να μη φύγει ο Δάσκαλος να καθίσουν κάτω». Ελάχιστοι μένουν όρθιοι, είναι τα όργανα των κοτζαμπάσηδων. Όταν το πλήθος έφυγε ο Δεσπότης λέει στους κοτζαμπάσηδες «Νομίζω πως εσείς πρέπει ν’ αλλάξετε και να μη βαρύνετε το λαό!».

O Mιχαήλ Μουσαίος νυμφεύτηκε την Βαρβάρα θυγατέρα του άρχοντα Ακ Βασίλη και απέκτησε 6 παιδιά (Βασίλειο, Πλάτωνα, Δέσποινα, Ελένη, Ειρήνη, Δωροθέα).

Οι Καστελορίζιοι του προσφέρουν 120 εικοσόφραγκα και δώρα πολλά για να πάρουν στο Καστελόριζο το Δάσκαλο, μα ο Μουσαίος δεν δέχεται και απαντά: « Η Πατρίς μου διψά και έχω υποχρέωσιν να την υπηρετήσω». Το Λιβίσι του έδιδε 50 εικοσόφραγκα το χρόνο σε είδος και χρήματα.

Γιατρό δεν είχαν στο Λιβίσι, και σε ένα τυχαίο περιστατικό με τις γνώσεις του σώζει ένα ετοιμοθάνατο παιδάκι. Ύστερα από αυτό, όλοι οι άρρωστοι τον καλούν, μα ποτέ δε δέχεται αμοιβή. Ακούραστος και πάντα ακέραιος προσφέρεται, διδάσκει, καθοδηγεί. Οι συνειδήσεις αφυπνίζονται, το πνευματικό επίπεδο βρίσκεται σε συνεχή άνοδο. Οι μαθητές του φεύγουν στο εξωτερικό για σπουδές. Η κωμόπολη του Λιβισιού, η μικρή αυτή μικρασιατική γωνιά που ζώνεται ολόγυρα από τούρκικα χωριά, που δεν έχει μιναρέ και Τούρκο κάτοικο, γεμάτη εκκλησιές και ξωκλήσια, γίνεται κέντρο πνευματικό.

Με αγαλλίαση υποδέχεται τον πρώτο γιατρό. Αρνείται να πάει σε άρρωστο όταν τον καλούν: «Τώρα έχετε γιατρό, εγώ μπορεί να σας βλάψω». Έρχεται και πρώτος πτυχιούχος δάσκαλος και αμέσως παραδίδει τη διεύθυνση του σχολείου, γιατί θεωρεί τον εαυτό του κατώτερο!

Ελεύθερος πια έρχεται στην Αθήνα για να πάρει και εκείνος το δίπλωμά του! Ο καθηγητής Μητσόπουλος τον εξετάζει και μένει κατάπληκτος από τις γνώσεις του. Ήξερε όλη την Ιλιάδα απ’ έξω, είχε μελετήσει και άλλους αρχαίους συγγραφείς. Οι φοιτητές και πρώην μαθητές του τον τιμούν με το συμβολικό όνομα «Μουσαίος». Το ψήφισμα φέρει 30 υπογραφές μαθητών του που αργότερα έγιναν εκλεκτοί και διαπρεπείς επιστήμονες.

Επιστρέφει στο Λιβίσι και πάλι παίρνει στα χέρια του τη διεύθυνση του σχολείου. Εκδίδει το βιβλίο του «Βατταρισμοί ήτοι λεξιλόγιον της Λειβισιανής διαλέκτου», Αθήναι 1884. Θεωρεί τη διάλεκτο βάρβαρη και αποτρέπει τη χρήση της. Ωστόσο προσπαθεί να την αποδώσει με ακρίβεια στο βιβλίο του, που έτσι μένει πολύτιμο βοήθημα για τη μελέτη της γλώσσας και του πολιτισμού των Λιβισιανών. Καταγράφει τα ήθη και έθιμα, τα μνημεία του λόγου και μέρος των χειρογράφων του στέλνει στο σύλλογο «Κοραής» και ο καθηγητής Γ. Χατζιδάκης τον προτρέπει να εκδώσει και το δεύτερο μέρος των Βατταρισμών. Όμως ο Μουσαίος αναγκάζεται να κρύψει το έργο του. Τρείς μαθητές του, δύο δικηγόροι και ένας δάσκαλος, τον κατήγγειλαν στις οθωμανικές αρχές ότι «υβρίζει την ισλαμικήν θρησκεία και διαδίδει δια του τύπου ελληνικά φρονήματα». Και στην περίπτωση του Μουσαίου αληθεύει το γνωμικό «μη έλεγχε ίνα μη μισήσωσί σε». Η κρεμάλα τον περιμένει, το ξέρει καλά αλλά δεν δέχεται να φυγαδευθεί. «Αν ημάρτησα, πρέπει να τιμωρηθώ». Η άδικη καταγγελία ερεθίζει το δίκαιο Αλβανό ιεροδικαστή Μάκρης Αζίς εφέντην, που γνωρίζοντας την αγνότητα και αθωότητα του Μουσαίου, μα και την κακεντρέχεια των προδοτών, ξεπερνά τον εαυτό του, αντιμετωπίζει όλες τις δυσκολίες και με το κύρος του κατορθώνει να ματαιώσει την καταγγελία!

Ο Μουσαίος εργάσθηκε 42 ολόκληρα χρόνια. Βαριά άρρωστος με βρογχοπνευμονία, σε ηλικία 67 ετών, προαισθάνεται το θάνατό του. Το «Φως του Λιβισιού», γαλήνια και μεγαλόπρεπα αποχαιρετά την επίγεια ζωή. Στην κλίνη του θανάτου παρελαύνουν, ένας-ένας, όλοι οι Μακρηνολιβισιανοί, Τούρκοι, Εβραίοι, Χριστιανοί, παρηγορεί, παροτρύνει, επαινεί, αποχαιρετά. Ζητά κτένα και κτενίζει τα μαλλιά του, σταυρώνει τα χέρια του και ακούεται καθαρά η φράση: «Νυν απολύεις τον δούλο σου Δέσποτα».

Κηδεύεται δημόσια δαπάνη και η σορός του μεταφέρεται από τη Μάκρη στο Λιβίσι. Η αυλή του Ταξιάρχη τον δέχεται στους κόλπους της και στην πλάκα του τάφου του χαράσσεται το επίγραμμα:

Ενταύθα αναπαύεται το της Πατρίδος κλέος,

ο γηραιός διδάσκαλος ο ΜΙΧΑΗΛ ΜΟΥΣΑΙΟΣ

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.
 

(c) λεξίτυπον | Εμμ. Μπενάκη 36 - Αθήνα. Τηλ.: 210 3832117 & 210 3845128

Yλοποίηση: Hyper Center -