[…] Ο ανακριτής εγκληματικών υποθέσεων Ζαχαρίας Γερολυμάτος, καθόταν σκεφτικός στο γραφείο που του είχαν παραχωρήσει στο κτήριο της αστυνομίας. Από τότε που είχε φτάσει, πολύς κόσμος τον πλησίαζε, αλλά το μόνο που εκείνος επιθυμούσε ήταν να μένει μόνος. Τόσα χρόνια έκανε αυτήν τη δουλειά, αλλά ποτέ δεν είχε αντιμετωπίσει μια τέτοια υπόθεση. Σε καμιά πόλη, σε κανένα χωριό. Δύο κοριτσάκια, γύρω στα δεκατέσσερα, να κατηγορούνται ότι έβαλαν φωτιά στο σχολείο! Θυμόταν διάφορες ιστορίες και διάφορα πρόσωπα που είχε ανακρίνει κατά το παρελθόν για εμπρησμό. Κάποτε, σε ένα επαρχιακό γυμνάσιο, κάποιοι μαθητές της έκτης είχαν βάλει φωτιά στο γραφείο των καθηγητών. Μα εκείνη ήταν πράξη που ξεμπερδευόταν εύκολα. Στόχος ήταν να καούν τα μαθητολόγια και οι βαθμολογίες. Εδώ δεν διαφαινόταν κανένας δόλος. Τα κορίτσια έκλαιγαν, ορκίζονταν ότι δεν ήξεραν τίποτα, ότι ποτέ δεν διανοήθηκαν να κάνουν κακό στο σχολείο που τους μάθαινε γράμματα, ότι οι γονείς τους ήταν φτωχοί χωρικοί που πάσχιζαν να τις στείλουν στην πόλη για να τις μορφώσουν. Τις είχε ακούσει προσεχτικά. Όπως προσεχτικά άκουσε όλους τους καθηγητές και τις καθηγήτριες που κλήθηκαν για να λάβουν μέρος στην ανακριτική διαδικασία.
Δεν ήταν δυνατόν να μην προσέξει τη συμπεριφορά των εκπαιδευτικών. Οι περισσότεροι έμοιαζαν τρομοκρατημένοι. Καμιά πίστη δεν μπορούσε να δώσει στις καταθέσεις τους. Διφορούμενες απαντήσεις, ναι μεν αλλά. Δάσκαλοι ήταν, αδερφέ μου! Έπρεπε να γνωρίζουν τις μαθήτριές τους. Να μπορούν να πουν γι’ αυτές μια σωστή, μια ολοκληρωμένη κουβέντα. […]
* * *
[…] Το κακό δεν είχε τελειώσει. Τις επόμενες μέρες ανακοινώθηκαν νέα μέτρα. Αυστηροί έλεγχοι στους δρόμους, όπου η κυκλοφορία των μαθητριών θα απαγορευόταν. Για τον σκοπό αυτό, εντός των ημερών, όπως είχε προαναγγελθεί, θα γινόταν η πρόσληψη ακόμα ενός προσώπου, που μαζί με την κυρα-Φωτεινή θα παρακολουθούσε τις μαθήτριες τις ώρες που βρίσκονταν εκτός σχολείου.
«Ώστε παιδονόμος! Το πληρωμένο μάτι του γυμνασιάρχη!» ούρλιαζε η Ηλέκτρα. «Ένα άτομο που θα μπορεί να συλλαμβάνει τις μαθήτριες και να μπαίνει στα σπίτια τους. Σε τι κράτος ζούμε! Το μόνο που δεν είπε, είναι ότι θα τον στέλνει και στο κρεβάτι μας να λογοκρίνει τον τρόπο που το κάνουμε…»
Η απόγνωση της Ηλέκτρας δεν απέτρεψε, όπως ήταν φυσικό, τον ερχομό του νέου κατάσκοπου. Ο παιδονόμος, ο Βασίλης, αφίχθη ένα πρωί στο σχολείο και τράβηξε κατ’ ευθείαν για το γραφείο του διευθυντή. Προφανώς είχε πάρει σχετικές οδηγίες. Ήταν ένας άνθρωπος παχουλός, κοντός, ιδιαίτερα δυσκίνητος. Αυτό που τράβηξε την προσοχή όλων, ήταν το κεφάλι του. Τόσο μεγάλο κεφάλι δεν είχαν ξαναδεί! Έμοιαζε σαν να ήταν άγαρμπα κολλημένο στον μισοεξαφανισμένο του λαιμό. Τα χείλια του κρέμονταν μπροστά από το σαγόνι του, μελανά και διπλάσια από το κανονικό. Αλλά το πιο εντυπωσιακό σε όλη του την εμφάνιση, ήταν τα μάτια του. Έμοιαζαν με δύο αβγά μεγάλου μεγέθους, γαλάζιου χρώματος, τοποθετημένα περίπου στα μηνίγγια του και πεταγμένα προς τα έξω. Έδινε την εντύπωση ανθρωπόμορφου τέρατος και καθώς ήταν ντυμένος με μια λαδοπράσινη μπλούζα, το προσωνύμιο δεν άργησε να κυκλοφορήσει σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της σχολικής επικράτειας: Βάτραχος.
Ο Βάτραχος ανέλαβε άμεσα υπηρεσία. Του ανατέθηκε, εκτός από την παρακολούθηση και την τήρηση της τάξης στα διαλείμματα, να τριγυρίζει στους δρόμους και τα σοκάκια μετά το σχόλασμα –ιδιαίτερα τα βράδια– και να σημειώνει τις μαθήτριες που κυκλοφορούσαν παρά την αυστηρή απαγόρευση. Επίσης, έπρεπε να μπαίνει στους κινηματογράφους και να ψάχνει αν υπάρχουν κορίτσια που παραβίαζαν τον κανονισμό, κρυμμένα σε σκοτεινές γωνιές. Ο Μεγιστόπουλος ήταν σαφής.
«Όποια μαθήτρια συλληφθεί μέσα σε αίθουσα δημοσίων θεαμάτων, θα φεύγει από το σχολείο. Τελεία και παύλα». […]
* * *
[…] «Σας θέλει ο γυμνασιάρχης. Στο γραφείο του».
Δεν είχε καμιά όρεξη. Άσε που δεν μπορούσε να φανταστεί τον λόγο αυτής της πρόσκλησης. Προς στιγμήν σκέφτηκε να την αγνοήσει, αλλά ύστερα από πιο ώριμη σκέψη, αποφάσισε να υποστεί τη δοκιμασία, όποια κι αν ήταν.
Την περίμενε όρθιος, δείχνοντάς της ότι δεν θα κρατούσε για πολύ η συνομιλία.
Του είπε μια ψυχρή καλημέρα και τον ρώτησε:
«Με ζητήσατε;»
«Ναι, δεν έπρεπε; Αφού εσείς δεν φροντίσατε να αποχαιρετίσετε τον προϊστάμενό σας, σκέφτηκα να το κάνω εγώ».
Το βλέμμα του ήταν εχθρικό.
Πού το πάει, άραγε; αναρωτιόταν, ενώ ένιωθε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι.
Πέρασαν μερικά αμήχανα δευτερόλεπτα. Τέλος, τη ρώτησε σφίγγοντας τα δόντια του:
«Είσαστε ευχαριστημένη που φεύγετε;»
«Έπρεπε…»
«Πιστεύετε ότι αποφασίσατε σωστά;»
Η φωνή της ακούστηκε σταθερή και θαρραλέα.
«Μάλιστα, κύριε Γυμνασιάρχα!»
«Γιατί το λέτε αυτό; Αν δεν απατώμαι, έχετε δύο κόρες…»
«Μάλιστα. Η μεγαλύτερη θα πάει Πρώτη Γυμνασίου».
«Δεν θα θέλατε, λοιπόν, οι θυγατέρες σας να φοιτήσουν στην πόλη μας και να έχουν την πρότυπη εκπαίδευση που προσφέρει το γυμνάσιό μας;»
Τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
«Όχι, κύριε Γυμνασιάρχα».
«Και το λέτε, έτσι, απρεπώς;»
«Πώς έπρεπε να το πω;»
Η Ηλέκτρα είχε αρχίσει να φουντώνει.
«Κυρία Λαλαούνη, μπορείτε να μου εξηγήσετε λίγο παραπάνω;»
«Θα σας πω μερικούς λόγους. Θέλω τα παιδιά μου να πάρουν και από μένα ένα κομμάτι από την παιδεία τους. Να μπορώ να τα διδάξω και να τα κατευθύνω. Να τους μιλήσω για αξίες που ασπάζομαι και για τις οποίες, αυτό το σχολείο, έχει αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται: τη δικαιοσύνη, την ελευθερία, την αγάπη και τον σεβασμό του ανθρώπου προς τον άλλο άνθρωπο».
«Τι λέτε, κυρία Λαλαούνη! Εμείς εδώ διδάσκουμε το ελληνοχριστιανικό πνεύμα, την αγάπη προς τον πλησίον…»
«Καμιά αγάπη, κύριε Γυμνασιάρχα! Συγγνώμη που θα σας το θυμίσω, αλλά για τη μαθήτρια που διέκοψε τις σπουδές της, δεν δείξατε κανένα ενδιαφέρον» […]
* * *
[…] Αισθάνθηκε ένα ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. Οι μνήμες τη συντάραξαν… Το κρύο χεράκι που αντιστεκόταν στο βίαιο άνοιγμα και η κοριτσίστικη διαπεραστική κραυγή ξαναζωντάνεψαν και τη χτύπησαν αλύπητα. Ω, εκείνος ο λυγμός, της είχε αλλάξει τη ζωή! Της σύστησε τον πόνο, την απόγνωση… Με πόση απανθρωπιά, ο αξιοθρήνητος εαυτός της άνοιξε την παγωμένη παλάμη κάμπτοντας κάθε αντίσταση, και πήρε από μέσα το πολύτιμο αντικείμενο –ένα γυαλιστό ολοκαίνουργιο ρολόι– για να το παραδώσει στον εκτελεστή, που με το πέλμα του το έκανε κομμάτια, κομματιάζοντας ταυτόχρονα και την ψυχή του άτυχου παιδιού. Μια μαχαιριά στο στομάχι –επώδυνη ανάμνηση– την έκανε να τιναχτεί και να ανοίξει το παράθυρο. Της χρειαζόταν φρέσκος αέρας.