Κώνωψ και λέων
Κώνωψ πρὸς λέοντα ἐλθὼν εἶπεν· «Οὔτε φοβοῦμαί σε, οὔτε δυνατώτερός μου εἶ· εἰ δὲ μή, τί σοί ἐστιν ἡ δύναμις; ὅτι ξύεις τοῖς ὄνυξι καὶ δάκνεις τοῖς ὀδοῦσι; τοῦτο καὶ γυνὴ τῷ ἀνδρὶ μαχομένη ποιεῖ. Ἐγὼ δὲ λίαν ὑπάρχω σου ἰσχυρότερος. Εἰ δὲ θέλεις, ἔλθωμεν καὶ εἰς πόλεμον». Καὶ σαλπίσας ὁ κώνωψ ἐνεπήγετο, δάκνων τὰ περὶ τὰς ῥίνας αὐτοῦ ἄτριχα πρόσωπα. Καὶ ὁ λέων τοῖς ἰδίοις ὄνυξι κατέλυεν ἑαυτόν, ἕως ἀπηύδησεν. Ὁ δὲ κώνωψ νικήσας τὸν λέοντα, σαλπίσας καὶ ἐπινίκιον ᾄσας, ἔπτατο· καὶ ἀράχνης δεσμῷ ἐμπλακεὶς ἐσθιόμενος ἀπωδύρετο πῶς μεγίστοις πολεμῶν ὑπό εὐτελοῦς ζῴου, τῆς ἀράχνης, ἀπώλετο.
Μετάφραση: Το κουνούπι πλησίασε το λιοντάρι και του είπε: «Ούτε σε φοβάμαι, ούτε είσαι πιο δυνατός από εμένα! Εξάλλου, ποια ακριβώς είναι η δύναμή σου; Το να γδέρνεις με τα νύχια σου και το να δαγκώνεις με τα δόντια σου; Το ίδιο ακριβώς καταφέρνει και μια γυναίκα, όταν υπερασπίζεται τον εαυτό της! Εγώ είμαι σαφώς δυνατότερός σου! Αν τολμάς, έλα να μονομαχήσουμε. Σαλπίζοντας την έναρξη της μάχης, το κουνούπι άρχισε να τσιμπάει τη μύτη του λιονταριού, καθώς και τα σημεία του προσώπου του, που δεν είχαν τρίχωμα. Εκείνο στην προσπάθειά του να αμυνθεί, έγδερνε με τα νύχια το πρόσωπό του, μέχρι που απελπίστηκε. Τότε, το κουνούπι πανηγύρισε το θρίαμβό του με ένα επινίκιο άσμα. Καθώς πετούσε όμως χαρούμενο στον αέρα, μπερδεύτηκε στον ιστό μιας αράχνης. Έτσι, παρόλο που είχε νικήσει το πιο δυνατό ζώο, κατέληξε να το φάει ένα μικρό και αδύναμο πλάσμα.
Επιμύθια (Ηθικά διδάγματα): 1. Η έκβαση ενός πολέμου δεν μπορεί να προβλεφθεί, εάν δεν δοθεί η τελευταία μάχη. 2. Η αλαζονεία αλλοιώνει το ήθος ενός πολεμιστή, όσο γενναίος κι αν είναι
Το κουνούπι και το λιοντάρι
(σε ελεύθερη έμμετρη απόδοση)
Από τα πρώιμα χρόνια που επλάσθη η Γη,
όλοι οι νόμοι της φύσης είναι ιεροί.
Το μεγάλο ζωάκι κυνηγάει το μικρό,
το καθένα απ’ αυτά, έχει μέγα προικιό.
Του ανθρώπου η διάνοια, συχνά δεν αρκεί,
τη σοφία του Πλάστη του, ν’ αντιληφθεί.
Γι’ αυτό πρέπει να δείχνουμε, βαθύ σεβασμό,
απ’ το άγριο τσακάλι, ως τον αθώο αμνό.
Μία νύχτα Αυγουστιάτικη, πυρωμένη, υγρή,
ένας κώνωψ διατάραξε, την τάξη αυτή.
Το κεντρί του υπερτίμησε, τόσο πολύ,
διεκδικώντας τον τίτλο, του μεγάλου νταή.
Έτσι άρχισε επίμονα, τα ζώα να τσιμπά,
και στο κάθε σημάδι του, τρανταχτά να γελά.
Μέχρι που έφτασε αθόρυβα, στο γενναίο βασιλιά,
στο λιοντάρι τ’ αγέρωχο, απ’ τη σπάνια γενιά.
«Κοίτα αντράκι που είμαι, εγώ δυνατό,
όσο βάρος μου λείπει, στο μυαλό υπερτερώ!»
«Τι κι αν λένε πως άρχοντας, είσαι εσύ!
Μ’ ένα τσίμπημα πέφτεις, απ’ το πρώτο σκαλί!»
Το λιοντάρι αλληθώρισε, στο άκουσμα αυτό
και τον κούνουπα κοίταζε, με το νου του θολό.
«Πώς αλήθεια ένα έντομο, με προκαλεί;
Ή το δόλιο τρελάθηκε ή ασθενεί!»
Έτσι σκέφτηκε ο λέων, με συμπόνια πολλή,
μα ο κώνωψ τον κάλεσε, σε μάχη σφοδρή.
Ο επιβήτωρ ετίναξε, τη χαίτη ψηλά,
σαν βεντάλια ανέμισε, τη χρυσή του ουρά.
Το κουνούπι ελίχθηκε, αριστερά-δεξιά,
με τη μύτη εμβόλισε, τη χνουδάτη κοιλιά.
Βρυχηθμός τότε ακούστηκε, ως πέρα μακριά,
και της νύχτας διασπάστηκε, η σιγαλιά.
Στα φυλλώματα πρόβαλαν, ματάκια πτηνών,
απ’ το θόρυβο ξύπνησαν, των παλαιστών.
Τι παράδοξο ο κώνωψ, συνεχώς να νικά,
με αιφνίδια τσιμπήματα και πονηρά!
Λίγο έλειψε ο λέων, σαν Γολιάθ να χαθεί,
μα ο εχθρός του δεν είχε, ψυχή ταπεινή.
Αντιθέτως εκόμπαζε, για την πρωτιά,
κι όπως έλεγε, διέθετε την ισχύ βασιλιά.
Θεία δίκη τον έκρινε και τον βρήκε μωρό,
διότι είδωλο έκανε, το μικρό του προικιό.
Έτσι σύντομα έχασε, εντελώς ξαφνικά,
στον ιστό της τον τράβηξε, μια αράχνη παχιά.
Και ο παιάνας της δόξας του, είχε διάρκεια μικρή,
θύμα, θήραμα έγινε, σε μια μόνο στιγμή.