Η Επιστημολογική Θεμελίωση Της ΚοινωνιολογίαςΣυγγραφέας: Ντι Μπερνάρντο Τζουλιάνο (Di Bernardo Giuliano)

Η Επιστημολογική Θεμελίωση Της Κοινωνιολογίας

Η Επιστημολογική Θεμελίωση Της ΚοινωνιολογίαςΣυγγραφέας: Ντι Μπερνάρντο Τζουλιάνο (Di Bernardo Giuliano)

16,50€

Στο παρόν σύγγραμμα, ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Δρ. Giuliano Di Bernardo συνοψίζει το ερευνητικό και διδακτικό έργο που έχει πραγματοποιήσει στην επιστημολογογία, τόσο ως μέλος της «Διεθνούς Ακαδημίας της Φιλοσοφίας των Επιστημών» («Académie Internationale de Philosophie des Sciences») όσο και ως διδάσκων το μάθημα της Φιλοσοφίας της Επιστήμης και της Λογικής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Τρέντο (Università degli Studi di Trento). Ο Δρ. Νικόλαος Λάος, μαθηματικός και φιλόσοφος, και στενός συνεργάτης του Δρ. Giuliano Di Bernardo, πραγματοποίησε τη μετάφραση αυτού του συγγράμματος στα ελληνικά, εμπλουτίζοντάς το με σημαντικές υποσημειώσεις και με ένα εκτενές προοίμιο για την ιστορία και τις έννοιες της επιστημολογίας.

 

Ποια είναι η σχέση μεταξύ πραγματικότητας και συνείδησης; Σε τι συνίσταται, ειδικά, η «κοινωνική πραγματικότητα»; Τι μπορούμε να γνωρίζουμε (και πώς); Ποια είναι η σχέση μεταξύ του «Είναι» και του «Πρέπει»; Και, τελικά, τι είναι ο άνθρωπος, και πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τη δυναμική τού ιστορικού γίγνεσθαι; Πώς η ανάπτυξη της νευροεπιστήμης και η επιστημολογική διερεύνηση της βιολογίας επηρεάζουν την επιστημολογία των κοινωνικών επιστημών; Αυτές, μεταξύ άλλων, είναι οι θεμελιώδεις ερωτήσεις τις οποίες το παρόν σύγγραμμα επιχειρεί να μελετήσει συστηματικά και από όλες τις διαφορετικές θέσεις που έχουν διατυπωθεί στην ιστορία της φιλοσοφίας, καταλήγοντας σε ένα συγκεκριμένο σύστημα συμπερασμάτων.

 

Ο τρόπος παρουσίασης του έργου προορίζεται για τους φοιτητές των τελευταίων ετών φοίτησης, αλλά και για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές, σε τμήματα κοινωνιολογίας και κοινωνικής πολιτικής των πανεπιστημίων καθώς και σε πανεπιστημιακά τμήματα ιστορίας και μεθοδολογίας της επιστήμης, φιλοσοφίας και παιδαγωγικής. Επίσης, το παρόν σύγγραμμα απευθύνεται σε όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες που επιθυμούν να γνωρίσουν τη σύνδεση της φιλοσοφίας της επιστήμης με τον τομέα των ειδικών ενδιαφερόντων τους στις κοινωνικές επιστήμες.

 

Μετάφραση: Νικόλαος Λάος
Επιμέλεια: Νικόλαος Λάος
ISBN: 978-960-597-348-3
Έτος έκδοσης: Αθήνα 2023
Διαστάσεις: 17 x 24
Σελίδες: 170
Βιβλιογραφία:

ΠΡΟΟΙΜΙΟ: ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΑΣ, από τον Νικόλαο Λάο

Τυπικές μέθοδοι

Οι κύριοι διάλογοι στη μαθηματική φιλοσοφία

Πιθανολογικά μοντέλα και κβαντική φυσική

Οι κύριοι επιστημολογικοί διάλογοι στις κοινωνικές επιστήμες

Το ζήτημα της ιδεολογίας

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

1. Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

 

2. Η ΔΙΠΛΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΒΙΟΛΟΓΙΑΣ

 

3. Η ΤΡΙΠΛΗ ΦΥΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑΣ

 

4. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΕΙΝΑΙ-ΠΡΕΠΕΙ

 

5. Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΔΡΑΣΗΣ

 

6. ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

 

7. Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Περί του G. Di Bernardo και του Ν. Λάου

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σύμφωνα με μια παράδοση σκέψης που εκκίνησε στα μέσα του 19ου αιώνα και συνεχίζεται έως και σήμερα, η σχέση μεταξύ των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών μπορεί να οριστεί κατά μήκος δύο διαφορετικών και εναλλακτικών κατευθύνσεων: της θετικιστικής και της ερμηνευτικής (η ερμηνευτική νοείται εδώ ως μια πρακτική φιλοσοφία που θέτει τη δράση και τους λόγους της δράσης στο επίκεντρο της μελέτης του ανθρώπου).

Ο θετικισμός (positivism) και η ερμηνευτική (hermeneutics) αντιπαρατέθηκαν μεταξύ τους ως αποκλειστικές αντιλήψεις για τη μελέτη του ανθρώπου και της κοινωνίας, με αποτέλεσμα η διάκριση μεταξύ των φυσικών και των κοινωνικών επιστημών να ριζοσπαστικοποιηθεί σε σημείο που να δημιουργηθεί ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ τους.

Αυτή η κατάσταση οδηγήθηκε σε κρίση εξαιτίας της ανάπτυξης της νευροεπιστήμης και εξαιτίας της επιστημολογικής διερεύνησης της βιολογίας. Η νευροεπιστήμη, προτείνοντας θεωρίες και πειράματα για τον εγκέφαλο, διεκδίκησε το δικαίωμα να ερευνά ως δικά της γνωσιακά πεδία που, έως τότε, αποτελούσαν προνόμιο της φιλοσοφίας, όπως η «συνείδηση», η «προθετικότητα» και ο «εαυτός» (ατομικός και συλλογικός).[1] Έχοντας αποδειχθεί ότι έχουν βιολογική βάση στους νευρώνες του εγκεφάλου, η μελέτη τους δεν ανήκει πια μόνο στη φιλοσοφία αλλά και στις φυσικές επιστήμες. Δεδομένου ότι οι έννοιες αυτές εισήχθησαν στην ερμηνευτική θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, μπορεί κάποιος να καταλάβει σε ποιον βαθμό οι επιστήμες που μελετούν τον άνθρωπο έχουν αναμειχθεί μεταξύ τους.

Στη σχέση μεταξύ των φυσικών επιστημών (φυσική) και των κοινωνικών επιστημών (κοινωνιολογία), κάνει την εμφάνισή της η βιολογία, τα επιστημολογικά θεμέλια της οποίας έχουν εν τω μεταξύ αναθεωρηθεί.

Η βιολογία σήμερα αποτελείται από τη γενετική, τη μοριακή βιολογία και τη θεωρία της εξέλιξης. Οι τρεις κλάδοι της βιολογίας έχουν χαρακτηριστικά που δεν είναι ομοιογενή: ενώ η γενετική και η μοριακή βιολογία μπορούν να αναλυθούν με τη μέθοδο της φυσικής και τελικά ανάγονται σε αυτήν, η θεωρία της εξέλιξης διαφέρει από τις άλλες δύο ως προς το ότι συγγενεύει με τη μεθοδολογία της ιστορίας. Αυτή η κατάσταση σημαίνει ότι η βιολογία έχει διπλή φύση: μηχανική (γενετική και μοριακή βιολογία) και εξελικτική (θεωρία της εξέλιξης). Υπάρχει, επομένως, μια διαχωριστική γραμμή στο εσωτερικό της, όπου το μηχανικό μέρος προσεγγίζει τη φυσική, ενώ το εξελικτικό μέρος τείνει προς την κοινωνιολογία. Το δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Η διπλή φύση της βιολογίας», είναι αφιερωμένο στην ανάλυση αυτών των ζητημάτων. Η αιτιολόγηση της φυσικοχημικής βάσης της μηχανικής βιολογίας βρίσκεται στο πρώτο κεφάλαιο με τίτλο «Η γέννηση της νεωτερικής επιστήμης», στο οποίο παρουσιάζεται η μηχανική αντίληψη της φυσικής και του σύμπαντος από τον Galileo έως τον Newton. Κατά τη μετάβαση από τη φυσική στη βιολογία, η έννοια της «επιστήμης» έπρεπε να διευρυνθεί. Η επιστήμη του Galileo και του Newton, στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε να περιέχει το εξελικτικό μέρος της βιολογίας, το οποίο, κατά βάση, δεν έχει ούτε νόμους ούτε μαθηματικοποίηση.

Η βιολογία εμφανίζεται ως συνδετικός κρίκος μεταξύ φυσικής και κοινωνιολογίας. Ο ρόλος της, επομένως, είναι καθοριστικός για τη θεμελίωση της κοινωνιολογίας (και των κοινωνικών επιστημών γενικότερα). Παρά ταύτα, η βιολογία αγνοούνταν πάντα από τους κοινωνιολόγους. Αυτό μπορεί να γίνει κατανοητό αν κάποιος αναλογιστεί την ερμηνευτική θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών, όπου η τάση είναι προς τις αξίες, αλλά φαίνεται παράξενο αν αναφερθεί στον θετικισμό.

Η ανάπτυξη της έννοιας της «επιστήμης», η οποία εκκινεί από τη φυσική και διατρέχει τη βιολογία, συνεχίζεται και στην κοινωνιολογία. Έτσι, η διπλή φύση της βιολογίας αντιστοιχεί στην τριπλή φύση της κοινωνιολογίας. Όπως η βιολογία έχει τη δική της ιδιαιτερότητα που δεν μπορεί να αναχθεί στη φυσική, έτσι και η κοινωνιολογία έχει τη δική της ιδιαιτερότητα που δεν μπορεί να αναχθεί ούτε στη βιολογία ούτε στη φυσική. Μια επιστημολογία της κοινωνιολογίας πρέπει να βασίζεται σε αυτή την ιδιαιτερότητα.

Η μετάβαση από τη φυσική στην κοινωνιολογία πραγματοποιείται μέσω μιας διαδικασίας «από κάτω προς τα πάνω» που ονομάζεται «αναδυσμός». Η αντίστροφη πορεία, από πάνω προς τα κάτω, η οποία θα δικαιολογούσε τον «αναγωγισμό», δεν ισχύει. Επομένως, απορρίπτονται όλες οι μορφές αναγωγισμού. Το τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο «Η τριπλή φύση της κοινωνιολογίας», είναι αφιερωμένο στην ανάλυση των ιδιαιτεροτήτων της κοινωνιολογίας.

Η ιδιαίτερη φύση της κοινωνιολογίας γίνεται εμφανής όταν την εξετάζουμε από οντολογική άποψη. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι η κοινωνική πραγματικότητα παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα της βιολογίας και της φυσικής. Η κοινωνική πραγματικότητα αποτελεί μια ανθρώπινη δημιουργία. Υπάρχει όσο πιστεύουν σε αυτήν οι άνθρωποι που τη δημιούργησαν. Παύει να υπάρχει όταν δεν πιστεύουν πια σε αυτήν. Στο βιβλίο Le regole dell’azione sociale (Οι κανόνες της κοινωνικής δράσης), έδειξα, ιδίως στο κεφάλαιο με τίτλο «Το θεμέλιο του κοινωνικού», πώς η κοινωνική πραγματικότητα κατασκευάζεται από τους ανθρώπους μέσω συστατικών κανόνων. Λίγα έτη αργότερα, το 1995, ο John Searle δημοσίευσε ένα σημαντικό έργο με τίτλο The Construction of Social Reality, στο οποίο προτείνει τη χρήση των ίδιων συστατικών κανόνων για τη δημιουργία της κοινωνικής πραγματικότητας. Σε σύγκριση με τις θέσεις που υποστήριξα το 1983, η έρευνα του Searle είναι ευρύτερη. Ουσιαστικά συμφωνώ με το περιεχόμενό της, το οποίο θα συσχετίσω με τα θεμέλια της κοινωνιολογίας μου.

Η κοινωνική πραγματικότητα, η οποία βασίζεται σε συστατικούς κανόνες, στη γλώσσα και στον συλλογικό εαυτό, έχει μια διπλή οντολογία: η μία είναι ορατή, παρατηρήσιμη, αποτελούμενη από αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου, όπως τα σπίτια, τα μνημεία και το χρήμα, και η άλλη είναι αόρατη, αποτελούμενη, αντίστοιχα, από τους οικοδομικούς κανονισμούς, την αισθητική των μνημείων και τη σημασία του χρήματος. Από αυτό προκύπτει ότι κάθε οντολογία της κοινωνικής πραγματικότητας πρέπει να βασίζεται τόσο στο ορατό όσο και στο αόρατο μέρος. Το ορατό μέρος είναι παρόμοιο με την οντολογία της φυσικής και της βιολογίας, ενώ το αόρατο μέρος, το οποίο δεν μπορεί να αναχθεί στη φυσική και τη βιολογία, είναι οι ιδιαιτερότητες της κοινωνιολογίας. Το πρόβλημα που προκύπτει τότε είναι πώς να συμπεριλάβουμε την κοινωνική οντολογία στη γενική οντολογία.

Αφού το αόρατο μέρος της κοινωνίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δεοντικό» («normative»), επανερχόμαστε στο ζήτημα της σχέσης μεταξύ του «Είναι» («Is») και του «Πρέπει» («Ought»), όπου το «Πρέπει» είναι δεοντικό. Σε αυτή την περίπτωση, ωστόσο, είναι απαραίτητο να επανεξετάσουμε τη σχέση Είναι-Πρέπει, δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις διατυπώσεις που δίδονται γι’ αυτήν στη φιλοσοφία είναι ανεπαρκείς για τους σκοπούς της παρούσας θεμελίωσης της κοινωνιολογίας. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στη συμβολή της «αναλυτικής φιλοσοφίας». Πέρα από την καθυστερημένη κριτική επανεξέταση που διεξήχθη από ορισμένους από τους έγκυρους εκπροσώπους της, όπως ο Hilary Putnam στο βιβλίο The Collapse of the Fact/Value Dichotomy and Other Essays, η σχέση Είναι-Πρέπει, γνωστή και ως «νόμος του Hume», έχει γίνει κατανοητή ως η αδυναμία λογικής παραγωγής του «Πρέπει» από το «Είναι». Πάντα διατηρούσα μια απροθυμία να δεχθώ τον νόμο του Hume, ακόμα και στις προηγούμενες μελέτες μου επί του θέματος, επειδή θα καθιστούσε αδύνατη οποιαδήποτε θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών. Είναι ακόμα σημαντικότερο να απορρίψω αυτή τη θέση σήμερα, καθώς κατανοώ την κοινωνική πραγματικότητα ως έναν συνδυασμό του «Είναι» (που αντιστοιχεί στο ορατό) και του «Πρέπει» (που αντιστοιχεί στο αόρατο, δεοντικό). Το τέταρτο κεφάλαιο, με τίτλο «Το ζήτημα Είναι-Πρέπει», είναι αφιερωμένο σε αυτό το θέμα.

Η απόρριψη της θέσης του Hume καθιστά δυνατή τη σύνδεση μεταξύ του Πρέπει (αξίες, κανόνες, πεποιθήσεις, επιθυμίες) και του Είναι (δράση). Πώς μπορεί να δικαιολογηθεί αυτή η σύνδεση; Μπορεί το Πρέπει να γίνει κατανοητό ως λόγος εξήγησης της δράσης; Δύο απαντήσεις μπορούν να δοθούν σε αυτά τα ερωτήματα: (i) οι λόγοι είναι επαρκείς αιτίες από τις οποίες προκύπτει λογικά η δράση, (ii) οι λόγοι δεν είναι επαρκείς αίτιες για να εξηγηθεί η δράση. Οι μελετητές διχάζονται ανάλογα με το αν προτιμούν την πρώτη ή τη δεύτερη απάντηση. Σε ό,τι με αφορά, τάσσομαι αποφασιστικά υπέρ της δεύτερης απάντησης. Πιστεύω, επομένως, ότι δεν υπάρχει καμία λογική συνέπεια μεταξύ των λόγων της δράσης και της ίδιας της δράσης.

Η εξήγηση των δράσεων είναι το κύριο καθήκον της κοινωνιολογίας (και των κοινωνικών επιστημών). Για να γίνει αυτό, απαιτείται ένα μοντέλο που να δείχνει τη σύνδεση μεταξύ των αξιών και των κανόνων, που νοούνται ως προϋποθέσεις, από τη μια πλευρά, και της δράσης, που νοείται ως συμπέρασμα, από την άλλη. Στο βιβλίο μου Le regole dell’azione sociale, κατασκεύασα ένα ερμηνευτικό μοντέλο της δράσης που βασίζεται στην «πρακτική συλλογιστική», ακολουθώντας ορισμένες από τις προτάσεις του G. H. von Wright, ο οποίος επέστρεψε στην κριτική που είχε ασκήσει ο Wittgenstein στην αιτιώδη θεωρία της δράσης και, στο βιβλίο του Explanation and Understanding, πρότεινε ένα εναλλακτικό μοντέλο προς το παραγωγικό-νομολογικό (deductive-nomological) μοντέλο του C. G. Hempel.

Το μοντέλο μου, το οποίο έχω ονομάσει «παραγωγικό-πρακτικό επεξηγηματικό μοντέλο της δράσης» («deductive-practical explanatory model of action»), βασίζεται στον πρακτικό συλλογισμό, η πρώτη διατύπωση του οποίου οφείλεται στον Αριστοτέλη, και στην ανάλυση του von Wright. Το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι αναιρεί τη θέση ότι οι λόγοι αποτελούν επαρκείς αιτίες της δράσης. Το γεγονός ότι μπορεί να έχουμε προθετικά συστήματα αξιών και κανόνων δεν οδηγεί λογικά στη δράση. Πριν φθάσουμε στη δράση, μπορεί να αλλάξουμε βούληση.[2] Με αυτόν τον τρόπο, η ελεύθερη βούληση (free will) επιβεβαιώνεται έναντι όλων των μορφών ντετερμινισμού (determinism).

Η προτίμηση της ελεύθερης βούλησης έναντι του ντετερμινισμού σημαίνει επανεξέταση των φιλοσοφικών επιχειρημάτων υπέρ ή κατά αυτής. Παρά τα διάφορα επιχειρήματα, αυτή η διαμάχη, όσο συναρπαστική και αν φαίνεται, δεν έχει ακόμα φθάσει σε μια ικανοποιητική φιλοσοφική έκβαση.

Μια πιθανή, εμπειρικά επαληθεύσιμη λύση προέρχεται από τη νευροεπιστήμη. Ο B. Libet και οι συνεργάτες του αποσαφήνισαν την ελεύθερη βούληση μέσω της ανακάλυψης ότι συνειδητά αποφασίζουμε να δράσουμε πριν ακόμα σκεφθούμε να αποφασίσουμε να δράσουμε. Αυτό το συμπέρασμα, το οποίο περιγράφει ο Libet στο βιβλίο Mind Time: The Temporal Factor of Consciousness, δεν θα μπορούσε παρά να αναφέρεται στο φιλοσοφικό πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης. Τα πειραματικά τους αποτελέσματα οδήγησαν τον Libet στο συμπέρασμα ότι η ελεύθερη βούληση υπάρχει, αν και με έναν εν μέρει διαφορετικό τρόπο από τον τρόπο που έχει παρουσιαστεί στη φιλοσοφία. Η ελεύθερη βούληση, σύμφωνα με τον Libet, δεν είναι μόνο έκφραση της συνειδητής δραστηριότητας του εγκεφάλου, αλλά αρχίζει επίσης πρώτα από το ασυνείδητο και έχει τη δύναμη της αρνησικυρίας (veto) αναφορικά με το αν μια δράση θα λάβει χώρα ή όχι.

Επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη της ελεύθερης βούλησης, το πειραματικό συμπέρασμα του Libet δικαιολογεί και επιρρωνύει τις επιλογές που έκανα κατά την κατασκευή του παραγωγικού-πρακτικού επεξηγηματικού μοντέλου της δράσης. Το πέμπτο κεφάλαιο, με τίτλο «Η εξήγηση της δράσης», είναι αφιερωμένο στην ανάλυση αυτών των ζητημάτων.

Η φυσική εξέλιξη έδωσε στο είδος Homo έναν εγκέφαλο για να το βοηθήσει να επιβιώσει στον αγώνα για ύπαρξη. Με τη βοήθεια των αισθήσεων, ο εγκέφαλος δημιουργεί μια στενή σύνδεση με τον εξωτερικό κόσμο, από τον οποίο λαμβάνει ερεθίσματα και πληροφορίες. Πολλά πειράματα στη νευροεπιστήμη βασίζονται στην αμοιβαία σχέση μεταξύ του εγκεφάλου και του εξωτερικού κόσμου.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, έξω από τα ανθρώπινα όντα, υπάρχει ένα σύμπαν αντικειμένων ανεξάρτητο από τον εγκέφαλο και την κουλτούρα που ο εγκέφαλος έχει δημιουργήσει. Ωστόσο, ενώ η φιλοσοφία, από τις απαρχές της, ανέπτυξε μια μορφή βέβαιης γνώσης, έχει επίσης καλλιεργήσει και μια σκεπτικιστική αμφιβολία απέναντί της. Η διαμάχη μεταξύ του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, από τη μια πλευρά, οι οποίοι αναζητούσαν τη βέβαιη και αμετάβλητη γνώση, και των σοφιστών Πρωταγόρα και Γοργία, από την άλλη πλευρά, οι οποίοι την αμφισβητούσαν και πρότειναν σκεπτικιστικές και σχετικιστικές λύσεις, είναι ένα σαφές και προφανές παράδειγμα αυτού. Αυτή η διαμάχη αναλήφθηκε αργότερα από τον Descartes και διαρκεί έως και σήμερα.

Τα προαναφερθέντα ζητήματα, στη φιλοσοφία, οδήγησαν στη σκεπτικιστική αμφιβολία αναφορικά με την εξωτερική πραγματικότητα και τη δυνατότητα να τη γνωρίσουμε. Η επιστημολογική θεμελίωση της κοινωνιολογίας που προτείνω προϋποθέτει έναν κοινωνικό κόσμο που όχι μόνο υπάρχει, αλλά και μπορεί να γίνει γνωστός. Αν οι σκεπτικιστικές θέσεις που αναπτύχθηκαν στη φιλοσοφία ήταν αληθείς, η θεμελίωσή μου δεν θα ήταν έγκυρη. Γι’ αυτόν τον λόγο, αντί να απορρίψω τον σκεπτικισμό ως άσχετο ή ανούσιο, θα τον εξετάσω με ιδιαίτερη προσοχή στις θέσεις των Descartes, Locke, Berkeley, Hume, Reid, Kant, Russell και Wittgenstein.

Το συμπέρασμά μου επί του θέματος είναι ότι μια φιλοσοφία ικανή να κατανοήσει και να εξηγήσει την εξελικτική ιστορία του ανθρώπου δεν μπορεί να επιδιώκει την ψευδαίσθηση του σκεπτικισμού αρνούμενη την ύπαρξη του εξωτερικού κόσμου. Αν το έκανε, δεν θα εξυπηρετούσε κανέναν σκοπό. Θα ήταν απλώς μια νοητική άσκηση που θα αποσκοπούσε στη δημιουργία παράδοξων καταστάσεων και δεν θα απέφερε κανένα όφελος στη γνώση του ανθρώπου, της φύσης και της κοινωνίας. Η φιλοσοφική σκέψη, ακριβώς παραδεχόμενη την ύπαρξη ενός εξωτερικού κόσμου, μπορεί να γνωρίσει τον εξωτερικό κόσμο και να τον βελτιώσει. Πώς μπορεί κάποιος να βελτιώσει έναν κόσμο του οποίου την ύπαρξη αρνείται; Μια ανάλυση της σκεπτικιστικής αμφιβολίας και μια προτεινόμενη λύση στον ισχυρισμό του Descartes για τα όνειρα βρίσκονται στο έκτο κεφάλαιο, που τιτλοφορείται «Γνώση του εξωτερικού κόσμου».

Έχω παρουσιάσει μια γενική θεωρία της κοινωνίας στην οποία έχω αναφερθεί σε «δρώντες», στον «άνθρωπο», σε «άτομα» και στην «πολυπλοκότητα», χωρίς να δώσω έναν καθαρό και ακριβή ορισμό αυτών των όρων. Προκειμένου να φθάσουμε σε μια καλύτερη κατανόηση της κοινωνιολογικής θεωρίας, είναι αναγκαίο να ορίσουμε τον άνθρωπο. Το κεφάλαιο 7, που τιτλοφορείται «Ο ορισμός του ανθρώπου», είναι αφιερωμένο ακριβώς σε αυτό το ζήτημα. Ο άνθρωπος αποτελεί το αντικείμενο μελέτης στη θρησκεία και σε ζητήματα που σχετίζονται με την ηθική, την επιστήμη, την τέχνη, τη δικαιοσύνη, την πολιτική και την οικονομία. Για τους σκοπούς μας, οι ορισμοί που προέρχονται από τη θρησκεία και την επιστήμη είναι οι σημαντικότεροι. Όταν πρόκειται να ορίσουμε τον άνθρωπο, η θρησκεία και η επιστήμη αποτελούν αντίθετους πόλους: στη θρησκεία, ο άνθρωπος είναι «ένα δημιούργημα του Θεού», ενώ, στην επιστήμη, ανακαλύπτουμε ότι ο άνθρωπος είναι «ένα προϊόν της φυσικής εξέλιξης». Από τότε που ο Darwin διατύπωσε τη «θεωρία της εξέλιξης», αυτοί οι δύο ορισμοί έχουν έλθει σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους και έχουν διαιρέσει τους «δημιουργιστές» και τους «εξελικτιστές» σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Δεν έχω πρόθεση να υπεισέλθω σε αυτή την αντιπαράθεση, την οποία θεωρώ στείρα. Τουναντίον, θα παρουσιάσω την εξελικτική ιστορία του ανθρώπου, η οποία άρχισε πριν από περίπου επτά εκατομμύρια έτη με τον πρόγονο που έχουμε από κοινού με τον χιμπατζή. Θα δείξω, βήμα-βήμα, τα αποφασιστικά στάδια της ανάπτυξης του εγκεφάλου και της απόκτησης συνείδησης, τα οποία κατέστησαν εφικτό για τον άνθρωπο να αποκτήσει γλώσσα και κουλτούρα. Η ανώτερη συνείδηση που χαρακτηρίζει αποκλειστικά το είδος Homo έχει καταστήσει τον άνθρωπο ικανό να επινοήσει την επιστήμη, τη λογική και τα μαθηματικά, την τέχνη, τα ήθη και τη θρησκεία.

Giuliano Di Bernardo

Τρέντο 2021

 

 

 

 

[1] ΣτΜ: Τα όργανα του νευρικού συστήματος είναι ο εγκέφαλος, ο νωτιαίος μυελός και τα νεύρα, και αποτελούνται από νευρικό ιστό. Τα κύτταρα του νευρικού ιστού είναι δύο ειδών: τα νευρικά κύτταρα ή νευρώνες και τα νευρογλοιακά κύτταρα. Οι νευρώνες αποτελούν τη δομική και λειτουργική μονάδα του νευρικού συστήματος και έχουν την ιδιότητα να αντιδρούν σε μεταβολές του περιβάλλοντος (π.χ., μεταβολή της θερμοκρασίας, της πίεσης, της έντασης του φωτός, της ενεργού οξύτητας ή pH κ.ά.). Τα νευρογλοιακά κύτταρα διαδραματίζουν βοηθητικό ρόλο. Κάθε νευρώνας αποτελείται από το κυτταρικό σώμα και από τις αποφυάδες. Το κυτταρικό σώμα περιέχει τον πυρήνα και τα οργανίδια του κυττάρου. Οι νευρικές αποφυάδες διακρίνονται σε δενδρίτες και στον νευράξονα. Οι δενδρίτες είναι αποφυάδες με πολλές διακλαδώσεις. Ο νευράξονας διακλαδίζεται σε πολλές μικρές απολήξεις, καθεμιά από τις οποίες καταλήγει σε ένα ειδικό άκρο, το τελικό κομβίο. Οι αισθητικοί νευρώνες μεταφέρουν μηνύματα από διάφορες περιοχές του σώματος στον νωτιαίο μυελό και στον εγκέφαλο. Οι κινητικοί νευρώνες μεταφέρουν μηνύματα από τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό στα εκτελεστικά όργανα, τα οποία απαντούν είτε με σύσπαση (μύες) είτε με έκκριση ουσιών (αδένες). Οι συνδετικοί νευρώνες βρίσκονται αποκλειστικά στον εγκέφαλο και στον νωτιαίο μυελό και κατευθύνουν τα μηνύματα που προέρχονται από τους αισθητικούς νευρώνες προς τις κατάλληλες περιοχές του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού, αλλά και μεταφέρουν μηνύματα από μια περιοχή του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού σε μια άλλη καθώς και στους κατάλληλους κινητικούς νευρώνες. Οι νευρώνες συνδέονται μεταξύ τους μέσω συνάψεων. Σύναψη είναι μια περιοχή λειτουργικής σύνδεσης των τελικών κομβίων του νευράξονα ενός νευρώνα με άλλα νευρικά κύτταρα ή με ειδικά διαμορφωμένες θέσεις εκτελεστικών οργάνων (μυών ή αδένων). Η μεταφορά της νευρικής ώσης μέσω των συνάψεων πραγματοποιείται συνήθως με τη βοήθεια νευροδιαβιβαστών, που είναι χημικές ενώσεις τις οποίες παράγει το νευρικό κύτταρο και οι οποίες εκκρίνονται από τα τελικά κομβία των νευραξόνων.

 

[2] ΣτΜ: Με τον όρο «βούληση», εννοούμε την ικανότητα κάποιου να λαμβάνει αποφάσεις και να τις εκτελεί κινητικά.

 

Giuliano Di Bernardo: κατείχε την έδρα της Φιλοσοφίας της Επιστήμης και της Λογικής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου του Τρέντο (Università degli Studi di Trento), Ιταλία, από το 1979 έως το 2010. Είναι μέλος της «Διεθνούς Ακαδημίας της Φιλοσοφίας των Επιστημών» («Académie Internationale de Philosophie des Sciences»), που εδρεύει στις Βρυξέλλες και ένας από τους Ιδρυτές της ήταν ο Albert Einstein. Επίσης, είναι μέλος και διαφόρων άλλων ακαδημιών διεθνώς. Στο Πανεπιστήμιο του Τρέντο, έχει διατελέσει Αντιπρύτανης και Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικών Επιστημών. Το θεμελιώδες αντικείμενο της φιλοσοφικής έρευνας του καθηγητή και ακαδημαϊκού Di Bernardo είναι η επιστημολογική θεμελίωση των κοινωνικών επιστημών. Έχει συγγράψει πολυάριθμες μελέτες στη δεοντική λογική και στη φιλοσοφία των κοινωνικών επιστημών, μεταξύ των οποίων είναι, συγκεκριμένα, τα εξής βιβλία: Introduzione alla logica dei sistemi normativi (Il Mulino, 1972), L’indagine del mondo sociale (Angeli, 1979), Le regole dell’azione sociale (Il Saggiatore, 1983) και Il futuro di Homo sapiens (Marsilio, 2020), το οποίο κυκλοφορεί και στην αγγλική γλώσσα από το Amazon με τίτλο The Future of Homo Sapiens.

Το 1992, στην Ελβετία, ο Giuliano Di Bernardo, σε συνεργασία με διακεκριμένες διεθνείς προσωπικότητες (όπως ο Spencer Compton, 7ος Μαρκήσιος του Νορθάμπτον και μέλος της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Hans Rudolf Meyer, δικηγόρος και Δήμαρχος της Λουκέρνης, o Walter Hess, καθηγητής Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, ο Giorgio Cavallo, καθηγητής Μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, o Vittorio Mathieu, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, ο Mario Conde, πρόεδρος της ισπανικής τράπεζας Banco Español de Crédito, ο Felix Ruben, διαπραγματευτής εμπορευμάτων, και ο Joseph Guggenheim, δικηγόρος Ζυρίχης) ίδρυσε το Ίδρυμα Dignity στο οποίο βασίζεται το Dignity Order (Τάγμα της Αξιοπρέπειας), το οποίο αποτελεί μια διεθνή εσωτεριστική-μυητική αδελφότητα για την υπεράσπιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με πρόεδρο τον Giuliano Di Bernardo (η πρώτη γενική συνέλευση του Ιδρύματος Dignity έλαβε χώρα στο Κάστρο Ashby, δεύτερη κατοικία του Λόρδου Νορθάμπτον, στις 31 Ιανουαρίου 1993). Εν τω μεταξύ, το 1990, ο Giuliano Di Bernardo έγινε ο Μέγας Δάσκαλος της Μεγάλης Ανατολής της Ιταλίας (Grande Oriente d’Italia), του μεγαλύτερου και παλαιότερου ιταλικού ελευθεροτεκτονικού θεσμού. Το 1993, παραιτήθηκε από τη Μεγάλη Ανατολή της Ιταλίας και ίδρυσε την Κανονική Μεγάλη Στοά της Ιταλίας (Gran Loggia Regolare d’Italia), η οποία αναγνωρίστηκε αμέσως από τον αγγλικό Ελευθεροτεκτονισμό, και παρέμεινε ο Μέγας Διδάσκαλος της Κανονικής Μεγάλης Στοάς της Ιταλίας έως το 2002. Το 2002, έχοντας αποφασίσει ότι είχε ολοκληρώσει το έργο του στον συμβατικό κανονικό Τεκτονισμό, αφιερώθηκε στον Ιλλουμινατισμό. Στον 17ο αιώνα, ο Τσέχος φιλόσοφος, παιδαγωγός και θεολόγος Comenius αναφέρθηκε στους πρώτους τυπικούς επιστήμονες αποκαλώντας τους «Illuminati» («Πεφωτισμένοι»), δηλαδή, υπό αυτή την έννοια, «Illuminati» είναι ένας γενικός λατινικός όρος που σημαίνει ευσυνείδητοι επιστήμονες, αλλά, στον 18ο αιώνα, ο όρος «Illuminati» έγινε διάσημος (και αμφιλεγόμενος) λόγω της ταραχώδους ιστορίας της βαυαρικής μυστικής εταιρείας των «Perfectibilists» του Adam Weishaupt, οι οποίοι αργότερα αποκλήθηκαν Illuminati φορτίζοντας αυτή τη λέξη με μια ειδικότερη σημασία, και λόγω της γαλλικής μυστικιστικής αδελφότητας «Société des Illuminés d’Avignon».

Το 2002, ο Giuliano Di Bernardo ίδρυσε την Accademia degli Illuminati, η οποία, με έδρα στη Ρώμη, στην Πιάτσα ντι Σπάνια, εργάζεται, έχοντας ως επιχειρησιακό όργανο το προαναφερθέν Dignity Order, κατά αποκλειστικό και μοναδικό τρόπο για την αναβίωση και επικαιροποίηση των κινημάτων των Illuminati του 18ου αιώνα, όχι σαν μια αταβιστική απομίμηση των Βαυαρών Illuminati του Weishaupt (ούτε σαν διάφορες θεατρινίστικες και κίβδηλες απόπειρες νεοϊλλουμινατισμού που έχουν αναφυεί κατά καιρούς ανά τον κόσμο), αλλά ως μια σύγχρονη και φιλοσοφικά ενημερωμένη εσωτεριστική-μυητική εταιρεία για τον σχεδιασμό της υλικής και ηθικής ανάπτυξης της ανθρωπότητας, αναπαρθενεύοντας έτσι τον όρο «Illuminati». Ο Νικόλαος Λάος αποτελεί προσωπικό και θεσμικό συνεργάτη του Giuliano Di Bernardo τόσο στο Dignity Order όσο και στον εσωτερικό του κύκλο, δηλαδή, στο εκτελεστικό συμβούλιο των Illuminati που λειτουργεί ως η καθοδηγητική επιτροπή του Dignity Order, και, έχοντας λάβει την εξουσία και τα προνόμια των Illuminati από τον Giuliano Di Bernardo, ο Νικόλαος Λάος έχει οριστεί ως επικεφαλής του ελληνικού διευθυντηρίου της εν λόγω πρωτοβουλίας και εκτελεστικός διευθυντής του Ενδοξοτάτου Συμβουλίου των Μυστών της Αξιοπρέπειας, η δικαιοδοσία του οποίου είναι παγκόσμια και η κουλτούρα του οποίου συμπυκνώνεται στο παρόν βιβλίο.

 

Επιλέξτε νομό για να δείτε τα μεταφορικά του προϊόντος:

* Για πιο ακριβή αποτελέσματα προσθέστε όλα τα προϊόντα στο καλάθι σας και υπολογίστε τα μεταφορικά στην ολοκλήρωση της παραγγελίας. Οι δυσπρόσιτες περιοχές επιβαρύνονται με 2.5€

Στείλτε μας την απορία σας για το προϊόν.
 

(c) λεξίτυπον | Εμμ. Μπενάκη 36 - Αθήνα. Τηλ.: 210 3832117 & 210 3845128

Yλοποίηση: Hyper Center -